ΕΛΛΑΔΑ

Αφησε το παλιό του δέρμα μέσα στο νερό και βγήκε έξω

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Κάποτε, σε αυτά τα νερά που κοιτά να βάφονται κόκκινα απ’ τον ήλιο που δύει, παραλίγο να πνιγεί.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Από παλιά ο κύριος Γκρι λέει πως ο Σεπτέμβριος είναι ένας καλά μεταμφιεσμένος Ιανουάριος. Μπορεί να μην αλλάζει η χρονιά, όπως μέσα στο καταχείμωνο, οι πόλεις και τα σπίτια να μην είναι φωτισμένα, όμως κάτι αλλάζει. Κάτι σημαντικό, έστω και αδιόρατο. Η θερινή παύση μερικών εβδομάδων εγγυάται, αν μη τι άλλο, ένα εσωτερικό ξέπλυμα. Το παλιό δέρμα πέφτει, οι πολλές ομιλίες παύουν.

Ο κύριος Γκρι περιδιαβαίνει μια τελευταία φορά το οικογενειακό εξοχικό πάνω στη θάλασσα, παρατηρώντας τα απογεύματα, από την παραλία, τη μέρα να λιγοστεύει. Το φως να μαζεύεται, τη νύχτα να γιγαντώνεται. Κι ωστόσο, την υποδέχεται σαν γυναίκα που αγάπησε από παλιά.

Το Σαββατοκύριακο που ταξιδεύει ολομόναχος εκεί, σε ένα είδος ιεροτελεστίας προσωπικής, απόκρυφης, για να πενθήσει και να γιορτάσει την ίδια στιγμή, συμπίπτει με τα γενέθλιά του, αυτόν τον ταπεινό μισόν αιώνα που κλείνει αισίως φέτος. Οχι κι άσχημα ώς εδώ, σκέφτεται ήρεμος.

Κάποτε, σε αυτά τα νερά που κοιτά να βάφονται κόκκινα απ’ τον ήλιο που δύει, παραλίγο να πνιγεί. Θα ήταν οπωσδήποτε ένας γελοίος θάνατος. Κολύμπησε με λύσσα ώς τα βαθιά, προχωρημένος Σεπτέμβριος ήταν, κάτω από μια βαριά συννεφιά αλλά με τη θάλασσα να είναι λάδι, κολύμπησε λυσσαλέα για να πιάσει, να προλάβει ένα αντικείμενο που παράσερνε το ρεύμα με ταχύτητα προς τα ανοιχτά. Οταν γύρισε προς την ακτή, τον κατέλαβε ένας τρόμος: είχε ξανοιχτεί και η ανάσα του λιγόστευε. Μια ήπια κρίση πανικού μέσα στο νερό, με τον αδελφό του να τον κοιτάζει από απόσταση, στην ακτή, απορημένος, δεν βοηθούσε την κατάσταση. Είχε αρχίσει να βυθίζεται. Κράτησε το στόμα του κλειστό – αλλά έως πότε;

Πρόλαβε να το σκεφτεί: «Θεέ μου, τι γελοίος θάνατος» κι έπειτα, με τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν (ή έτσι νόμιζε), αναλογίστηκε τη δυσάρεστη εμπειρία του πνιγμού· ήλπισε ότι δεν θα κρατούσε πολύ.

Είχε σχεδόν παραδοθεί στη μοίρα του, όταν κάτι κλώτσησε μέσα του. Ηταν τριάντα έξι χρόνων, δεν ήταν δυνατόν να πεθάνει έτσι.

Γύρισε ανάσκελα και έπαψε κάθε κίνηση. Ξάπλωσε πάνω στο νερό, που έμοιαζε ακινητοποιημένο. Ανοιξε χέρια και πόδια και χάζεψε τον μολυβένιο ουρανό για μερικά δευτερόλεπτα που του φάνηκαν ατελείωτα λεπτά.

Ο ομοιόμορφος γκρι ουρανός είχε κάτι το νανουριστικό. Μια μεγάλη αγκαλιά που τον καλούσε να ζήσει.

Η αναπνοή του επανήλθε σιγά σιγά, οι μύες χαλάρωσαν από την πρότερη αγκύλωση που τον είχε καταλάβει. Γύρισε ξανά μπρούμυτα κι έπιασε ένα απαλό, ήρεμο πρόσθιο έως ότου ένιωσε τον αμμουδερό βυθό κάτω από τα πέλματά του.

Αφησε το παλιό του δέρμα μέσα στο νερό και βγήκε έξω. Σε λίγο θα έπιανε βροχή. Το στήθος του έκαιγε. Μια κάψα λες κι είχε καταπιεί κάρβουνα. Ο αδελφός του τον κοίταξε κι έβαλε τα γέλια. Δεν του ομολόγησε τι είχε μόλις νιώσει παρά γέλασε κι αυτός, με την καρδιά του. Επειτα, έπεσαν οι πρώτες σταγόνες. Η βροχή ξέπλυνε το χώμα, το σώμα και την ψυχή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ