Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Για τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κωνσταντίνος Βολανάκης. Ο πατέρας της ελληνικής θαλασσογραφίας. Εκθεση στο Ιστορικό Αρχείο - Μουσείο Υδρας. Εως 31 Οκτωβρίου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Λογοτέχνης με ξεχωριστό έργο ο Χριστόφορος Λιοντάκης, μέλος της γενιάς του ’70, ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής –πρωτίστως γαλλικών έργων–, πέθανε στις 26.7.2019, στα 74 του· είχε γεννηθεί στο Ηράκλειο το 1945. Σε προ τριετίας συνέντευξή του στον Χρήστο Αγγελάκο («Εφημερίδα των Συντακτών», 18.12.2016) είχε κατονομάσει τον Κώστα Καρυωτάκη σαν έναν από τους αγαπημένους του ποιητές. Κι ωστόσο, κάποιο από τα κρίσιμα μονοπάτια της ζωής του διασταυρώθηκε με το μονοπάτι ενός περιστασιακά «αντίδικου» του Καρυωτάκη: του Μιλτιάδη Μαλακάση. Εννοώ την ιδιαίτερα πρώιμη επαφή και των δύο, του Μεσολογγίτη και του Κρητικού, στην ηλικία του αξεδίψαστου σφουγγαριού, με μία από τις ισχυρότερες μορφές του έμμετρου λαϊκού λόγου: τα μοιρολόγια.

Στη συναγωγή αυτοβιογραφικών αφηγημάτων «Ο μεγάλος δρόμος» (Γαβριηλίδης, 2017), που φωτίζει αναδρομικά πολλά απ’ όσα άφηνε στη δικαιοδοσία της κρυπτικότητας η ποίησή του, ο Λιοντάκης θυμάται: «Στις κηδείες φοβόμουν, ωστόσο δεν ξεκολλούσα από το σπίτι όπου υπήρχε το λείψανο. Ηθελα ν’ ακούω τα μοιρολόγια». Πολλές δεκαετίες πριν, στις 13.1.1934, ο Μαλακάσης, σε συνέντευξή του στον Κλέωνα Παράσχο, για τον «Θεατή», εκμυστηρευόταν (βλ. τώρα τον β΄ τόμο των «Πεζών» του, επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, Πατάκης, 2006):

«Από την παιδική μου ηλικία, ό,τι μένει βαθύτερα χαραγμένο στη μνήμη μου, είναι η μεγάλη αγάπη που αισθανόμουν για τα πανηγύρια, για τους γάμους, για τις εξοχές, για τις κηδείες παλικαριών και κοριτσιών, που τους θρηνούσαν οι μοιρολογίστρες. Ο,τι ήταν τραγούδι, και ιδίως πονεμένο, μελαγχολικό, με συγκινούσε, μου έδινε μια δυνατή χαρά, τόση ώστε οι γονείς μου, μολονότι έβλεπαν ότι τα μοιρολόγια με πείραζαν, μ’ άφηναν, ωστόσο, να πηγαίνω και να τ’ ακούω».

Χάρη στη μαγγανεία της ποίησης, χάρη και στο ταλέντο φυσικά, η αγάπη του Λιοντάκη για τα πένθιμα τραγούδια δεν μετέτρεψε το έργο του σε μοιρολόι. Και με τον ίδιο τρόπο, η αγάπη του για τον Καρυωτάκη, με την ποιότητα και το βάθος της, έδωσε τη δυνατότητα στην ποίησή του να μη γίνει κόπια του καρυωτακισμού, ανεπτυγμένη σε ελεύθερο στίχο. Ισα ίσα. Σε δρόμο ανηφορικό από το 1973 της πρώτης κατάθεσής του με τη συλλογή «Το τέλος του τοπίου» (και τίποτε πιο ανηφορικό από την καταβύθιση στις στοές τής προς ανάκτηση παιδικής ηλικίας), η ποίησή του, σε γλώσσα διαρκώς ανήσυχη και εμπλουτιζόμενη, καταστάλαξε σε λόγο μειλίχιο, εγκάρδιο και εγκαρδιωτικό, με καλά αφομοιωμένη τη λογιοσύνη, που επισκεπτόταν συχνά την εκκλησιαστική γραμματολογία.

Ο Λιοντάκης ζήτησε –και βρήκε, για να την προσφέρει– παραμυθία στη μοναδική θεότητα που δεν έπαψε να θαυματουργεί: τη φύση, «το πρώτο του καταφύγιο, διαφυγή από τη θλίψη, στον πένθιμο περίγυρο των παιδικών του χρόνων», όπως αυτοϊστορείται στον εισαγωγικό «Απόλογο» του βιβλίου «Εικόνες που επιμένουν» (αναθεωρημένη οριστική επανέκδοση στον Γαβριηλίδη, το 2012, των τριών πρώτων συλλογών του). Κρατήθηκε από το «ληθοκτόνο άρωμα της μουσμουλιάς», την «πανσέληνη γάζα της θάλασσας», το γιασεμί που «αγωνιούσε να ηδύνει τη νύχτα». Με τη διπλή γνώση ως στωικό σύμμαχό του: «Σε μια κλωστή φεγγάρι κρέμεται το θαύμα». Αλλά και: «Λίγη σαγήνη από την ομορφιά που καταρρέει / επιμένει ακόμη να». Ετσι ο δεύτερος στίχος. Φαινομενικά ημιτελής. Σαν θεμέλιος λίθος όχι μιας Μεταφυσικής αλλά μιας Φυσικής.

Στο ποίημα «Μνήμη, α΄» του «Ημερολογίου καταστρώματος, Γ΄», ο Γιώργος Σεφέρης αντλεί δύναμη από το Κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, συνοψίζοντας ένα χωρίο του στον στίχο «είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει». Ο Λιοντάκης, στη συλλογή «Με το φως» (Καστανιώτης, 1999), και στο 12ο και τελευταίο μέλος του ποιήματος «Τα τελευταία της χελιδόνια», μένοντας σε περιβάλλον γειτονικό του σεφερικού, ανατρέχει στον Ησαΐα. Στην πρώτη ανάγνωση δείχνει να υιοθετεί το βιοθεωρητικό συμπέρασμα του προφήτη: «Πάσα σαρξ χόρτος». Η υιοθεσία όμως μαστορεύει τη νοηματική ανατροπή του βιβλικού αποσπάσματος. Στον Ησαΐα (όπως και στον απόστολο Πέτρο, που μνημονεύει ανωνύμως τον προφητικό λόγο, στην α΄ επιστολή του) το πόρισμα είναι καταθλιπτικό: «Πάσα σαρξ χόρτος, και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου· εξηράνθη ο χόρτος, και το άνθος εξέπεσεν». Και στην επίσημη μετάφραση, της Βιβλικής Εταιρίας: «Ο κάθε άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι, και η δόξα του όλη φευγαλέα σαν το αγριολούλουδο. Το χορτάρι ξεραίνεται, μαραίνεται ο ανθός». Για τους πιστούς της θρησκείας, μόνο «το ρήμα του Θεού ημών μένει εις τον αιώνα». Για τους πιστούς του ανθρώπου όμως, απορφανισμένου ή μη από θεούς, το ξεραμένο χορτάρι (το θνητό που το θερίζει ο χρόνος, ο «πρωτομάστορας της φθοράς») δεν είναι το τέλος, δεν είναι η οριστική εκμηδένιση. Είναι η προϋπόθεση για να λειτουργήσει πυρετικά η αναγεννητική μηχανή της μνήμης, ώστε να ξαναφτιάξει περιβόλια με πρώτη ύλη τα μαραμένα λουλούδια και τα ξεραμένα χορτάρια. Αυτή είναι η ανθρώπινη κατάσταση, κι άλλη δεν έχει. Γι’ αυτό και ο Λιοντάκης κλείνει ένα από τα ωραιότερα μες στη συγκινητική του απλότητα ποιήματά του παραθέτοντας το βιβλικό χωρίο, αλλά παραμυθητικά ανανοηματοδοτημένο:

«Σε βλέπω πάλι βιαστική / πριν βγει ο ήλιος να προλάβεις / ευχές να δώσεις στα βοτάνια / τους ανθούς να κόψεις της κολοκυθιάς / θειάφι στις ντοματιές να ρίξεις / τις σταφυλιές να ράνεις με χαλκό / στα περιστέρια να αλλάξεις το νερό / το δυόσμο να κορφολογήσεις. / Σε βλέπω πάλι βιαστική / να προλάβεις πριν βγει ο ήλιος / να μου φτιάξεις τσάι με κανέλα. / Μάνα, το σπίτι ξανάγινε το περιβόλι μας. / Πάσα σαρξ χόρτος». Η ευλογημένη μνήμη της μάνας αρκεί για να ηττηθεί το κλίμα μελαγχολίας που εγκαθιδρύθηκε αμέσως πριν, με το 11ο τμήμα του ίδιου ποιήματος: «Ξημέρωνε κι ασφόδελο γινότανε / το περιβόλι· γεμάτο αλμύρα που πικρόφερνε / πρόγευση του χωρισμού που πλησιάζει».

Για να παραμείνουμε στο καταφύγιο της φύσης, με οδηγό το ποίημα «Απακανθιζόμενος» (αφορμή του η θέα τού φερώνυμου αγάλματος του 3ου αιώνα π.Χ., που βρίσκεται στο Μουσείο Καπιτωλίου της Ρώμης), ο ποιητής είναι ένας μονίμως απακανθιζόμενος. Μόνο που τ’ αγκάθια της μνήμης του δεν τα πετάει. Αυτά είναι το μολύβι του. Το βλέπουμε καθαρά και στο μεταθανάτιο δώρο του Λιοντάκη στους πιστούς της ποίησης, το εκτενές ποίημα «Ενεκεν της ανωνυμίας σου», που τυπώθηκε (εκτός εμπορίου) με τη φροντίδα φίλων του. Αφορμή εδώ ένα υποφωτισμένο χωρίο στο Κατά Μάρκον. Αμέσως μετά το φίλημα του Ιούδα, όλοι εγκαταλείπουν τον Ιησού. Μόνο ένας νέος τον ακολουθεί, τυλιγμένος κατάσαρκα με σεντόνι. Τον πιάνουν όμως άλλοι νεανίσκοι και τον γδύνουν. Αυτόν τον γυμνό νέο τον βλέπει παντού ο Λιοντάκης: Στο Νταχάου, έξω από τον θάλαμο αερίων. Στη Μόσχα να δικάζεται. Στη Πράγα να αυτοπυρπολείται. Στο Πολυτεχνείο να τρέχει ανάμεσα στις σφαίρες. «Στην πλατεία Βικτωρίας να ξυρίζεσαι / με σάλιο σ’ ένα καθρεφτάκι από τη Δαμασκό» – ένας ακόμα από τους μετανάστες που έθεσε υπό τη σκέπη της η ποίηση του Λιοντάκη.  

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ