ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην περίφημη... μεγάλου μήκους συζήτηση που είχε ο Φρανσουά Τριφό με τον Αλφρεντ Χίτσκοκ, ο Γάλλος σκηνοθέτης ρώτησε τον Αμερικανό ομότεχνό του με ποιον τρόπο προσεγγίζει τις κινηματογραφικές μεταφορές της λογοτεχνίας. Η απάντηση του Χίτσκοκ ήταν σαφής και ελαφρώς προκλητική, όπως συνήθιζε: «Αυτό που κάνω», είπε, «είναι να διαβάζω μόνον μία φορά το βιβλίο και αν μου αρέσει η βασική ιδέα, το ξεχνάω και δημιουργώ σινεμά. Σήμερα δεν θα ήμουν καν σε θέση να σας πω την ιστορία του διηγήματος “Τα πουλιά” της Δάφνης ντε Μοριέ. Το διάβασα γρήγορα και άπαξ». (Το βιβλίο αποτέλεσε τη βάση για τα καταπληκτικά κινηματογραφικά «Πουλιά» που σκηνοθέτησε ο Αλφρεντ Χίτσκοκ με τεράστια επιτυχία.)

Ο Φρανσουά Τριφό δεν πτοήθηκε από την απάντηση και επέμεινε ρωτώντας αν θα σκεφτόταν ποτέ να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ένα μνημειώδες μυθιστόρημα, όπως για παράδειγμα το «Εγκλημα και τιμωρία» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. «Δεν θα το έκανα ποτέ, διότι το “Εγκλημα και τιμωρία” είναι το αριστούργημα κάποιου άλλου», απάντησε. «Ακόμη και αν το επιχειρούσα, ποτέ δεν θα ήταν τόσο καλό. Στο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι υπάρχουν πάρα πολλές λέξεις, και η καθεμία έχει τη δική της λειτουργία».

Eνα από τα βιβλία που προτείνουμε σε αυτό το αφιέρωμα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Χίτσκοκ. Ηταν το εμβληματικό «Ψυχώ» του Ρόμπερτ Μπλοκ, που αποτελεί επίσης ταινία-αναφορά για τον κινηματογράφο και το είδος του. Συχνά οι βιβλιόφιλοι διαμαρτύρονται ότι τα βιβλία που διαβάζουν γίνονται «φτωχότερα» όταν μεταφέρονται στη μεγάλη οθόνη. Ας κρατήσουμε τη σκέψη των δύο μεγάλων σκηνοθετών ως οδηγό στην ανάγνωση: Κάθε δημιουργός κρίνεται με τα μέτρα της δικής του τέχνης, συνεπώς το ερώτημα εάν η ταινία είναι καλύτερη ή χειρότερη από τη λογοτεχνική της βάση είναι άκυρο. Τα τέσσερα βιβλία που ακολουθούν προσφέρουν τη χαρά της ανάγνωσης και ταυτόχρονα μας προκαλούν να «ξεσκονίσουμε» την ταινιοθήκη μας.


ROBERT BLOCH
Ψυχώ
μτφρ. Τάσος Νικογιάννης
εκδ. Modern Classics, σελ. 190



«Βιβλίο απανωτών καρδιακών προσβολών» έχουν χαρακτηρίσει τις «Διαβόλισσες», κλασικό νουάρ μυθιστόρημα, οι κριτικοί. Το συγγραφικό δίδυμο Μπουαλό - Ναρσεζάκ εμπλούτισε την αστυνομική λογοτεχνία με νεωτερικά για την εποχή της στοιχεία «ξεσκαλίζοντας» το μικροαστικό τοπίο της γαλλικής επαρχίας και ανακαλύπτοντας θησαυρούς. Οπως συμβαίνει και στα καλύτερα διηγήματα του Ζορζ Σιμενόν, ο πρωταγωνιστής βυθίζεται όλο και βαθύτερα στην αγωνία και στον φόβο, καθώς σταδιακά χάνει την αντίληψη της πραγματικότητας συγχέοντας τις αναμνήσεις με το παρόν. Η ίντριγκα που στήνεται είναι τέλεια και η ένταση διατηρείται μέχρι την τελευταία σελίδα.


BOILEAU - NARCEJAC
Οι διαβόλισσες
μτφρ. Ελγκα Καββαδία
εκδ. Αγρα, σελ. 224

Το βιβλίο ενέπνευσε τον Γάλλο σκηνοθέτη Ανρί Κλουζό για τις δικές του «Les Diaboliques» (1955), επίσης κλασική αστυνομική ταινία, με πρωταγωνίστριες τη Βέρα Κλουζό και τη Σιμόν Σινιορέ, και μεταφέρθηκε –με λιγότερη επιτυχία– ακόμη μία φορά στον κινηματογράφο («Diabolique», 1996) με τις Ιζαμπέλ Ατζανί και Σάρον Στόουν στους αντίστοιχους ρόλους.

Το «Ψυχώ», η κλασική νουβέλα του Μπλοκ που γράφτηκε το 1959, έγινε διάσημη ένα χρόνο αργότερα χάρη στην ομώνυμη κινηματογραφική μεταφορά της – μία από τις σπουδαιότερες ταινίες τρόμου και μυστηρίου όλων των εποχών. Ο συγγραφέας της ασχολήθηκε κυρίως με αυτού του είδους τη λογοτεχνία, και πολλά από τα εκατοντάδες διηγήματά του μεταφέρθηκαν στη μεγάλη οθόνη. Εκείνο που έκανε το έργο του τόσο αγαπητό ήταν η ψυχολογική προσέγγιση των χαρακτήρων, δημιουργώντας ένα είδος «αστικού» τρόμου, που εδράζεται στην προσωπικότητα των «κανονικών» ανθρώπων και όχι στο υπερφυσικό στοιχείο. Αυτή η προσέγγιση του φόβου, που βεβαίως είχε τη βάση της στον ιδιοφυή Εντγκαρ Αλαν Πόε, έγινε περισσότερο κατανοητή και αποδεκτή στα χρόνια που ακολούθησαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναγνωρίζοντας το τραύμα ως καταλύτη του ανθρώπινου ψυχισμού.

Η κεντρική φιγούρα του Νόρμαν Μπέιτς, που ενσάρκωσε στο σινεμά μοναδικά ο Αντονι Πέρκινς, βασίστηκε στην πραγματική ιστορία ενός Αμερικανού σίριαλ κίλερ.

Το μυθιστόρημα του Πολ Μπόουλς «Τσάι στη Σαχάρα» είναι ένα από τα πιο πρωτότυπα έργα της αγγλόφωνης μεταπολεμικής λογοτεχνίας, δυνατό, διεισδυτικό και με τον τρόπο του προφητικό, αφού ουσιαστικά μιλάει για την αναζήτηση του εαυτού στη σύγχρονη εποχή. Διαθέτει όλα τα συστατικά ενός καλοδουλεμένου μυθιστορήματος –γεροί χαρακτήρες, ένταση και ανατροπές–, ενώ χρησιμοποιεί δημιουργικά το στοιχείο του εξωτισμού και των πνευματικών αναζητήσεων που εξέφρασαν την καλλιτεχνική πρωτοπορία της εποχής του (1949).


PAUL BOWLES
Τσάι στη Σαχάρα
μτφρ. Νίκος Α. Μάντης
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 442

Ο σκηνοθέτης Μπερνάρντο Μπερτολούτσι το μετέφερε στο σινεμά το 1990 με ιδανικούς πρωταγωνιστές τον Τζον Μάλκοβιτς και την Ντεμπρα Γουίνγκερ. Στην κινηματογραφική προσαρμογή του, το βιβλίο γίνεται ένα πνευματικό, ενορατικό ταξίδι στην αφρικανική έρημο με πολλές αναφορές στη σύνθετη σεξουαλικότητα της μετανεωτερικής εποχής και στη διαπολιτισμικότητα, που έμελλε να μας απασχολήσει τα επόμενα χρόνια. Ο Μπόουλς κάνει ένα μικρό τιμητικό «πέρασμα» από την ταινία σε ρόλο-κλειδί.

Στη συζήτησή του με τον Τριφό, ο Χίτσκοκ είχε σχολιάσει ότι ένα καλογραμμένο βιβλίο, αν πρέπει να γίνει ταινία, θα χρειαστούν τουλάχιστον έξι με δέκα ώρες. Με τα σημερινά δεδομένα, μιλούσε για μια υψηλής ποιότητας τηλεοπτική μεταφορά, πράγμα που συνέβη με το μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Ατγουντ «Η άλλη Γκρέις» (1996). Το βιβλίο βασίζεται σε ιστορικά γεγονότα: Το 1843, η νεαρή υπηρέτρια Γκρέις Μαρκς καταδικάστηκε για συνέργεια στη δολοφονία του αφεντικού της και της οικονόμου-ερωμένης του. Η Γκρέις, που εκτίει ισόβια ποινή, ισχυρίζεται ότι δεν θυμάται τίποτε σχετικά με το γεγονός, και ένας νεαρός φιλόδοξος γιατρός που ειδικεύεται στις ψυχικές νόσους προσπαθεί να τη βοηθήσει να ξεκλειδώσει τη μνήμη της.


ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ ΑΤΓΟΥΝΤ
Η άλλη Γκρέις
μτφρ. Αύγουστος Κορτώ
εκδ. Ψυχογιός, σελ. 640

Η Ατγουντ για μία ακόμη φορά ασχολείται με τις γυναίκες και δημιουργεί μια ηρωίδα με πλούσιο ψυχισμό, αινιγματική και αντιφατική. Παραγωγικότατη συγγραφέας, έμπειρη και ικανή να συλλαμβάνει το πνεύμα των καιρών χωρίς το έργο της να στερείται λογοτεχνικής αξίας, έχει δει πολλά μυθιστορήματά της να μεταφέρονται στον κινηματογράφο και συνήθως συμμετέχει προσωπικά στη συγγραφή του σεναρίου. (Η μεγαλύτερη πρόσφατη επιτυχία της ήταν το «Handmaid’s Tale» - «Η ιστορία της θεραπαινίδας», ενώ μέσα στο 2017 τρία βιβλία της «ζωντάνεψαν» στη μικρή οθόνη.) Η «Αλλη Γκρέις» προσαρμόστηκε υποδειγματικά για την τηλεόραση (παραγωγή Netflix) από τη Σάρα Πόλεϊ και το αποτέλεσμα είναι μια μίνι σειρά έξι επεισοδίων, στην οποία η «εγκεφαλική» σκηνοθεσία της Μέρι Χάρον ταιριάζει πλήρως με τη σκέψη της Ατγουντ. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ