Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Και είμαστε και ανήκουμε

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο διάκοσμος, τα πρόσωπα, τα φορέματα, ακόμη και το φέρετρο(;) με τη σημαία και τα λουλούδια, με κάνουν να διαισθάνομαι ότι το έθνος προετοιμάζεται ψυχολογικά, ηθικά και, βεβαίως, αισθητικά για τον εορτασμό του 2021, που δεν αργεί. (Το στιγμιότυπο είναι από την ορκωμοσία Πατούλη.) ΑΠΕ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι διακρατικές σχέσεις ως προς ένα σημείο τουλάχιστον είναι απολύτως όμοιες με το σεξ: είναι πάντα καλύτερο όταν προκύπτουν ως αποτέλεσμα της αμοιβαίας επιθυμίας των δύο μερών (ή και περισσοτέρων) και όχι ως αποτέλεσμα συμβιβασμού και υποχρέωσης. Αυτό ήταν, κατά τη γνώμη μου, το νόημα της πρόσφατης επίσκεψης του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Βερολίνο και των επαφών του με τους εκεί ιθύνοντες.

Η αξία του Τσίπρα για τους Γερμανούς ήταν το προϊόν ενός ανήθικου συμβιβασμού από πλευράς του: ήταν ο ηγέτης μιας ανατρεπτικής δύναμης, ο οποίος υποχρεώθηκε να συμβιβαστεί (the historic kolotoumba) όταν κατάλαβε ότι, διαφορετικά, θα έχανε την εξουσία που απολάμβανε ως κυβέρνηση. Ο Μητσοτάκης, αντιθέτως, ψηφίστηκε από τους Ελληνες ως πρωθυπουργός ακριβώς επειδή προέταξε τη βελτίωση των σχέσεών μας με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Για τον Τσίπρα, η λεγόμενη εποικοδομητική συνεργασία –και ειδικά στον τομέα των οικονομικών μεταρρυθμίσεων– σήμαινε παραχωρήσεις και υποχωρήσεις έναντι των όσων περίμεναν οι ψηφοφόροι του. Για τον Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του, η συνεργασία με τη Γερμανία σημαίνει πρόοδο, είναι η πραγματοποίηση προγραμματικών θέσεων με τις οποίες εξελέγη, όχι ελιγμός που τον υπαγορεύει η ανάγκη.

Αυτή ήταν η ειδοποιός διαφορά και εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης: ο μεν Αλέξης ζήλεψε, η δε Φώφη, ως συνήθως δεν κατάλαβε – και το ΚΚΕ δεν έχει καμία σημασία. Οποιος διαβάσει προσεκτικά την κριτική στην επίσκεψη Μητσοτάκη, που διετύπωσαν διάφοροι παράγοντες του ΣΥΡΙΖΑ, διαπιστώνει ότι η αντιπολίτευση καταλογίζει στην κυβέρνηση της Ν.Δ. και ότι δεν ακολουθεί ακριβώς την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και ότι δεν τηρεί κατά γράμμα τις θέσεις που υποτίθεται ότι είχε ως αντιπολίτευση. Πώς συμβιβάζονται δύο τόσο διαφορετικές οπτικές γωνίες, απορώ. Είναι προφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πάσχει από μια (παροδική, είμαι βέβαιος) σύγχυση προσωπικότητας: δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμη αν είναι αντιπολίτευση, κυβέρνηση ή τι ακριβώς. Το ΠΑΣΟΚΙΝΑΛ, πάλι, περίμενε προφανώς μια επανάληψη του γνωστού έργου: ο κατάλογος με τα παράπονα και τα απαράγραπτα δίκαια, η σκληρή μάχη, στο τέλος ματωμένοι αλλά θριαμβευτές κ.λπ. Περισσότερο χαρακτηριστική ίσως είναι η καχυποψία που εκφράζει η ανακοίνωση για τη συνεργασία στον τομέα των μεταρρυθμίσεων.

Στην πραγματικότητα, αυτό που δεν καταλαβαίνει το ΠΑΣΟΚΙΝΑΛ σχετικά με τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις είναι κάτι απλό: Η Γερμανία ήταν πάντα πρόθυμη, από την αρχή της ελληνικής κρίσης, να συμβάλει στην αλλαγή των δομών της ελληνικής οικονομίας, έχοντας η ίδια αποκτήσει πολύτιμη τεχνογνωσία στα ζητήματα της μετάβασης από τον σοσιαλισμό στην ελεύθερη οικονομία, λόγω της γερμανικής ενοποίησης. Εμείς δεν ήμασταν ποτέ πρόθυμοι να διερευνήσουμε τρόπους για να ανοίξουν οι κλειστές αγορές. Κάθε σχετική αλλαγή, κάθε μικρή υποχώρηση του κράτους ήταν για εμάς σχεδόν εθνική υποχώρηση. (Ενας Χαρακόπουλος παραιτήθηκε κάποτε για τα γάλατα...) Ο σκοπός του Μητσοτάκη, λοιπόν, ήταν να τους δείξει στο Βερολίνο ότι αυτό άλλαξε. Η δεδηλωμένη θέση του είναι, άλλωστε, ότι στη σχέση μεταρρυθμίσεων και ελαφρύνσεων αυτό που προέχει είναι οι μεταρρυθμίσεις: αυτές είναι το μέσον προς τις ελαφρύνσεις και όχι αντιστρόφως.

Οι Βρετανοί –και ιδίως τώρα, στην έφοδο για το Brexit– μνημονεύουν συχνά μια φράση που αποδίδεται στον Τσώρτσιλ, ότι «είμαστε στην Ευρώπη, αλλά δεν ανήκουμε στην Ευρώπη» (we are in Europe not of Europe). Το μήνυμα του Μητσοτάκη στο Βερολίνο είναι ότι εμείς είμαστε στην Ευρώπη και, επίσης, ανήκουμε στην Ευρώπη. Στο κάτω κάτω, πρέπει να έχει γίνει κοινός τόπος έπειτα από τόσα χρόνια χαμένα ότι η Ελλάδα χωρίς τη συμμετοχή της στην Ευρώπη δεν νοείται. Ακριβέστερα, νοείται αλλά ως κάτι πολύ διαφορετικό από τη δημοκρατική, ανοιχτή κοινωνία που ξέρουμε σήμερα, με όλα τα φρικτά ελαττώματά της.
Αυτά συμβαίνουν, βέβαια, στην κορυφή, αλλά για να προχωρήσουν παρακάτω και το καλό κλίμα στη σχέση των δύο κυβερνήσεων να γίνει πράξη και με τη μορφή επενδύσεων, στις οποίες ελπίζει η ελληνική πλευρά, χρειάζεται χρόνος και συνέπεια. Οι επενδύσεις δεν προσελκύονται με νεύματα από την κορυφή, αλλά με την αλλαγή του οικονομικού και επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Πολλοί απορούν με την ακατάπαυστη δραστηριότητα που επιδεικνύει ο Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός. Κάνει πολύ καλά, εφόσον η δραστηριότητα αυτή κινητοποιεί την κυβέρνησή του και εφόσον οι προσπάθειες όλων τους κατατείνουν στην απελευθέρωση της ελληνικής οικονομίας.   

ΥΓ.: Αναφέρομαι παραπάνω στη βαθύτατα παρεξηγημένη από τον χώρο του ΠΑΣΟΚΙΝΑΛ έννοια της οικονομικής ανάπτυξης. Προς επίρρωση, σας παραπέμπω στην ανακοίνωση του Γιώργου Παπανδρέου, ο οποίος, με διαφορά φάσεως μερικών ημερών, εμφανίσθηκε ενοχλημένος από τις αστυνομικές επεμβάσεις στις καταλήψεις των Εξαρχείων και εξαπέλυσε το παρακάτω τουίτ: «Οταν το προσφυγικό ανατίθεται στο ΥΠΡΟΠΟ, η διαχείριση θυμάτων πολέμου αλλά και διακινητών μετατρέπεται από ανθρωπιστική προστασία και ανάπτυξη σε ποινική υπόθεση και αστυνομική επιχείρηση». Θεωρεί, δηλαδή, την παρουσία προσφύγων σε καταλήψεις «ανάπτυξη». Τι να πω – μήπως η νομιμοποίηση της φαρμακευτικής κάνναβης; Δεν ξέρω…

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ