Κατερίνα Σώκου ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

Θεομηνία, όπως... Μπόρις Τζόνσον;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Υπάρχει κάτι που υπερβαίνει το ανθρώπινο στον τρόπο που επιλέγουμε, κάποιες φορές, να περιγράφουμε τις φυσικές καταστροφές. Η λέξη «θεομηνία», για παράδειγμα, υπονοεί ότι το όποιο φυσικό φαινόμενο περιγράφουμε μας ξεπερνά, είναι δύσκολο να το προβλέψουμε, αλλά ακόμη και να το διαχειριστούμε. Η κλιματική αλλαγή θέτει αυτές τις αποδοχές –στον βαθμό που υπάρχουν ακόμη, παρά τη ραγδαία πρόοδο της επιστήμης– σε αμφισβήτηση.

Δείτε για παράδειγμα τις πληροφορίες ότι σήμερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει να χαρακτηρίσει ως φυσική καταστροφή μια «σκληρή», χωρίς συμφωνία, έξοδο της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση, κάτι που θα της επιτρέψει να απελευθερώσει έκτακτους πόρους για τα μέλη της που θα πληγούν από αυτή. Ο χαρακτηρισμός έχει τον δικό του συμβολισμό. Μπορεί ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον να έχει παρομοιασθεί με τυφώνα που φέρνει καταιγίδες, αλλά στην πολιτική δεν υπάρχουν «φυσικές καταστροφές»: Το Brexit χωρίς συμφωνία είναι πολιτική απόφαση, άρα δεν έχει τον απρόσμενο χαρακτήρα που υπονοεί μια φυσική καταστροφή, όσο και αν οι συνέπειές του μπορεί να είναι τόσο δυσμενείς, ώστε να δανείζονται περιγραφές –και λύσεις– από το λεξιλόγιο των φυσικών φαινομένων.

Οσο όμως είναι λάθος να περιγράφουμε τις πολιτικές αποφάσεις ως φυσικά φαινόμενα, άλλο τόσο είναι να υποκρινόμαστε ότι η αντιμετώπιση των φυσικών φαινομένων δεν είναι επίσης μια πολιτική απόφαση. Σίγουρα μια πρώτη, απαραίτητη αντιμετώπιση είναι να επικεντρώσουμε τις προσπάθειες σε μια καλή διαχείριση των κρίσεων που γίνονται ολοένα συχνότερες: πλημμύρες, πυρκαγιές, τυφώνες... (Brexit)! Αλλά χρειάζεται να προχωρήσουμε περαιτέρω.

Η επιστήμη έχει κάνει αρκετή πρόοδο για να γνωρίζουμε ότι η κλιματική αλλαγή θα αλλάξει τις συνθήκες ζωής σε όλο τον πλανήτη – και ότι κάποιες περιοχές είναι πιο ευάλωτες από άλλες. Το βλέπουμε ήδη: ανεξέλεγκτες πυρκαγιές σε εύκρατα κλίματα όπως της Μεσογείου, σε τροπικά όπως του Αμαζονίου, αλλά ακόμη και στον Βορρά, στα ατελείωτα δάση της Σιβηρίας και του Καναδά. Η αλλαγή του κλίματος δημιουργεί προκλήσεις σε όλο τον πλανήτη.

Στην Ελλάδα, μας αφορά ακόμη παραπάνω. Σύμφωνα με τις εκθέσεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC), η Μεσόγειος είναι από τις πιο ευάλωτες περιοχές του πλανήτη ως προς τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Τα διαφορετικά επιστημονικά μοντέλα συμφωνούν σε μια ξεκάθαρη πορεία, κατά μέσο όρο ανόδου της θερμοκρασίας κατά 2,2-5,1 βαθμούς Κελσίου και μείωσης των βροχοπτώσεων μεταξύ 4% και 27% για την περίοδο 2080-2100, σε σχέση με την περίοδο 1980-2000. Μπορεί η ακριβής διαφορά να μην μπορεί να υπολογιστεί, καθώς εξαρτάται από το ποιο σενάριο προσομοίωσης θα εκπληρωθεί, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι η Ελλάδα, ως γεωγραφικό σταυροδρόμι της περιοχής, όχι μόνο θα κληθεί να διαχειριστεί τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στο έδαφός της, αλλά θα είναι επίσης από τις πρώτες χώρες της Ευρώπης που θα δεχθεί τις οικονομικές και πολιτικές πιέσεις από αυτή – συμπεριλαμβανομένων των μεταναστευτικών ροών.

Συνιστά, λοιπόν, υπαρξιακή ανάγκη να σκεφθούμε στρατηγικά και μακροπρόθεσμα τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Μελέτες υπάρχουν ήδη, όπως και προτάσεις λύσεων, συχνά από διεθνείς συνεργασίες ή παραδείγματα, αλλά και από εγχώριες πρωτοβουλίες. Σε μελέτη του, ο οργανισμός έρευνας και ανάλυσης διαΝΕΟσις έχει προειδοποιήσει ότι η χώρα μας είναι απροετοίμαστη όχι μόνο για τις περιβαλλοντικές, αλλά και για τις οικονομικές επιπτώσεις που θα έχει η κλιματική αλλαγή στο ελληνικό παραγωγικό μοντέλο – αλλά δεν έχει μείνει εκεί: έχει παρουσιάσει αναλυτική αξιολόγηση προτάσεων, νομοθετικών και άλλων, καθώς και αναπτυξιακά σχέδια τα οποία προσαρμόζει στα νέα δεδομένα της κλιματικής αλλαγής. Την ίδια ώρα, στη δεξαμενή σκέψης Atlantic Council, το κέντρο Adrienne-Arsht-Rockefeller Resilience Center βάζει τον φιλόδοξο στόχο να βελτιώσει την προστασία ενός δισεκατομμυρίου ανθρώπων από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής έως το 2030, σε συνεργασία με μεγαλουπόλεις και φέρνοντας στο τραπέζι συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής. 

Σε αντίθεση με τις «θεομηνίες» που κατά καιρούς μπορεί να φέρνουμε οι ίδιοι οι πολίτες στις χώρες μας, την κλιματική αλλαγή δεν την ψηφίζουμε. Ωστόσο, μπορούμε και οφείλουμε, με τις επιλογές μας ως κοινωνία και πολιτεία, να διαχειριστούμε τις προκλήσεις που ήδη κάνουν την εμφάνισή τους, αν βέβαια επιλέγουμε να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ