Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κλειδωμένοι στο μουσείο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ας πούμε ότι μας τα δάνειζαν. Ας πούμε ότι δεν υποχρεωνόμασταν να υπογράψουμε κάποιο χαρτί που θα συνιστούσε αναγνώριση της δήθεν κυριότητάς τους. Θα έμενε όμως ένα ερώτημα, που δεν έχει διατυπωθεί καν τόσες μέρες που μαίνεται η φιλολογία για τα Γλυπτά του Παρθενώνα: Είναι σκόπιμο να συνδεθεί η επέτειος του 1821 με τις αρχαιότητες; Είναι αυτό το κατάλληλο σύμβολο για να «επωμιστεί» το νόημα της γένεσης της σύγχρονης Ελλάδας; Ανατρέχοντας πάλι στο αρχαίο κλέος, η εορτάζουσα χώρα μοιάζει να μην έχει νεωτερικά επιτεύγματα να παρουσιάσει. Μοιάζει δηλαδή να υποτιμά την επιτυχημένη διαδρομή που έχει διανύσει στα διακόσια χρόνια της ύπαρξής της (και τα οποία συνοψίζει διαφωτιστικά στο βιβλίο του «Ελλάδα: μια χώρα παραδόξως νεωτερική» ο καθηγητής Γιάννης Βούλγαρης).

Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να μιλήσει κανείς για το περιεχόμενο του εορτασμού. Αλλά τι σημαίνει για εμάς ότι η σχετική συζήτηση αρχίζει πάλι με το έπος μιας διαπραγμάτευσης; Αρχίζει πάλι με μια αντιπαράθεση με την Ευρώπη, που, στην προκειμένη περίπτωση, παίρνει τον ρόλο του σφετεριστή και του βάνδαλου; Η επέτειος αρχίζει να παίρνει σχήμα με την παραπομπή σε ένα ακρωτηριασμένο μνημείο και στα διάσπαρτα μέλη του. Το ιστορικό ορόσημο, που θα μπορούσε να είναι έναυσμα μιας νέας εθνικής αυτοπεποίθησης, αρχίζει έτσι από μια πληγή. Το οξύμωρο είναι ότι η νέα κυβέρνηση δεν παρουσιάζει την Ελλάδα ως ένα άθροισμα των ιστορικών της τραυμάτων. Το αντίθετο. Προσπαθεί να την παρουσιάσει ως χώρα με μέλλον. Η στροφή αυτή δεν είναι μόνο αφηγηματική κατασκευή. Δεν είναι μόνο μάρκετινγκ. Δικαιολογείται από την εικόνα της ελληνικής οικονομίας, αλλά και της ελληνικής δημοκρατίας, που άντεξε έπειτα από δέκα χρόνια κρίσης. Το ριφιφί στο μουσείο των φαντασιώσεων είναι αναγκαίο μόνον όταν το παρόν είναι αφόρητο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ