Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κώστας Γαβράς: Σόουμαν

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Μπορεί η ταινία να είναι καλή. Μπορεί και να μην είναι. Η ηθικολογία του θεάματος –«η κριτική», για τους φίλους– μας ζητάει να μη δούμε το έργο με πολιτικά κριτήρια. Μας ζητάει να αναστείλουμε οικειοθελώς τη νωπή ιστορική μας μνήμη.

Το ίδιο φαίνεται να ζητάει και ο δημιουργός της. «Εχουμε», λέει, «να κάνουμε με σόου».

Κι όμως, ο ίδιος ο Κώστας Γαβράς διεκδικεί τεκμήριο αληθείας για το φιλμ του που αναφέρεται στη διαπραγμάτευση του 2015. Συστήνει την ταινία του ως ένα μακρύ σχόλιο για τη διεύθυνση της Ευρώπης και τη μοίρα της Ελλάδας. Και, μιλώντας χθες στην «Κ», είναι κατηγορηματικός: αφηγείται λέει «με ακρίβεια». «Ετσι έγινε», λέει για μια από τις σκηνές. «Δεν υπάρχει αμφιβολία».

Αν δεν υπάρχει αμφιβολία, τότε γιατί επικαλείται το άλλοθι της μυθοπλασίας; Το όριο που μας ζητάει –ο ίδιος και οι αυτόκλητοι απολογητές του– να σεβαστούμε μάλλον δεν υπάρχει.

Οταν πιάνεις τα γεγονότα για να τα αναπλάσεις ενώ ακόμη καίνε σαν αναμμένα κάρβουνα· όταν προλογίζεις την ταινία σου με πολιτικές διακηρύξεις· όταν διεκδικείς για την αφήγησή σου τεκμήριο ιστορικής «ακρίβειας», έχεις πρώτος σκίσει το μνημόνιο που προστατεύει την τέχνη σου από την τρέχουσα πολιτική κριτική.

Αυτή η ρευστοποίηση του ορίου μεταξύ μύθου και πραγματικότητας είχε συντελεστεί ήδη προτού αρχίσει ο Γαβράς τα γυρίσματα. Είχε συντελεστεί από τον τρόπο που πολιτεύτηκε στην πραγματικότητα ο ήρωας της ταινίας του.

Προτού ο πολιτικός γίνει φιγούρα στο πανί, παρίστανε τον εαυτό του σαν ήρωα μιας περιπέτειας. Είχε –με την πόζα, τα κοστούμια και την πρόζα του– επιβάλει τη θεατρική σύμβαση στη ζωή.

Το «σόου», που νομίζει ότι δημιούργησε ο Γαβράς, είχε ήδη ξεκινήσει. Ηταν ένα one-man-show όπου ο πρωταγωνιστής εξαργύρωνε το είδωλό του σαν εικονικό νόμισμα. Τόσο πραγματικό και τόσο εικονικό όσο το νόμισμα με το οποίο ετοιμαζόταν όντως να πειραματιστεί.

Το «σόου», που στην πραγματικότητα βρήκε οδυνηρό και δαπανηρό τέλος, προοριζόταν να επιζήσει σαν ανάγνωσμα και σαν θέαμα. Ο σόουμαν ήξερε ότι υπάρχει κοινό που διψάει για αυτή την αναπαράσταση του κόσμου: οι καλοί και οι κακοί· οι πανίσχυροι συνωμότες και οι πτωχοί ιδεαλιστές.

Αυτό το κοινό της ναΐφ Αριστεράς ήταν και η εγγύηση ότι θα έβρισκε εκδότη· και, βεβαίως, θα έβρισκε βοηθό εκπλήρωσης των κινηματογραφικών του φαντασιώσεων. Θα έβρισκε τρόπο να προσδώσει στον νερωνικό ναρκισσισμό του την ψευδαίσθηση του δραματικού βάθους.

«Ζωντανές» παραστάσεις,  απομνημονεύματα, ηχογραφήσεις. Ο ήρωας έστελνε, λέει, ζεστό κάθε κεφάλαιο, με το που το ξεφούρνιζε, στον Γαβρά. Ετσι ο σκηνοθέτης κατέληξε μάλλον να σκηνοθετηθεί από τον ήρωά του περισσότερο απ’ ό,τι ο ίδιος τον σκηνοθέτησε.

Δεν πρέπει, βέβαια, να κρίνουμε το έργο προτού το δούμε. Αλλά αυτό το έργο το έχουμε ξαναδεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ