ΒΙΒΛΙΟ

«Τόσο πολλές ώρες, τόσο πολλές σελίδες. Γιατί;»

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Ο Ζορζ Σιμενόν την εποχή της παντοκρατορίας του. Υπήρξε πολυγραφότατος, δεινός πότης και απολύτως ερωτομανής.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

Ο Ζορζ Σιμενόν έγραφε όλο το πρωί και δεν σηκωνόταν από το γραφείο του (όπου τον περίμεναν τέσσερις ντουζίνες καλοξυσμένα μολύβια) αν δεν ολοκλήρωνε ογδόντα σελίδες. Κάπως έτσι, μόνο μέσα στα πρώτα επτά χρόνια της συγγραφικής πορείας του, παρήγαγε εκατόν πενήντα μυθιστορήματα και νουβέλες.

Βεβαίως, κάθε μεσημέρι έκανε έναν μεγαλοπρεπή εμετό. Η πίεση και το άγχος τον έφερναν στα όριά του. Αντεξε ώς τα ογδόντα έξι του, παρά το στριμμένο στομάχι (και τη μόνιμη δυσθυμία) και τα άπειρα ποτά. Στις 4 Σεπτεμβρίου του 1989 αποχαιρέτησε τον μάταιο κόσμο απαξιώνοντας το πληθωρικό έργο του: «Τόσο πολλές ώρες, τόσο πολλές σελίδες. Γιατί;». Σε άρθρο της το 2011 στο περιοδικό The New Yorker, η Τζόαν Ακοτσέλα μάς παραπέμπει σε μιαν έξοχη, λέει, βιογραφία του Σιμενόν που έγραψε ο Πιερ Ασουλίν. Εκεί, ο αγαπητός στο ελληνικό κοινό Ασουλίν γράφει ότι ο Σιμενόν «πέθανε όπως ακριβώς το είχε ονειρευτεί: γέρος». Οταν πέθανε πάντως, διέθετε, σύμφωνα με την εφορία της Ελβετίας (όπου έζησε τα τελευταία του χρόνια), περίπου τριάμισι εκατομμύρια ελβετικά φράγκα (κάτι αντίστοιχο σε σημερινά πέντε εκατομμύρια ευρώ), χώρια την ακίνητη περιουσία. Τα έργα του δεν πουλούσαν μονάχα στις γαλλόφωνες χώρες, αλλά είχαν μεταφραστεί σε περισσότερες από πενήντα γλώσσες (ο Σιμενόν αξίωνε να πληρώνεται μέχρι δεκάρας όλα τα δικαιώματά του), ενώ δεκάδες ακόμη μεταφέρθηκαν στο σινεμά και στην τηλεόραση (από εκεί έβγαλε και τα περισσότερα χρήματα). Το ότι αυτές τις μέρες έκλεισαν ακριβώς τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Σιμενόν έκαναν τον κύριο Γκρι να τον θυμηθεί, έχοντας επιστρέψει από τις διακοπές του με καμιά εικοσαριά μαύρους, πανομοιότυπους (και ιδιαιτέρως καλαίσθητους) τόμους των έργων του Σιμενόν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αγρα. Ο Σιμενόν διατεινόταν ότι είχε πλαγιάσει με δέκα χιλιάδες γυναίκες. Πιο ψύχραιμοι υπολογισμοί κατεβάζουν τον αριθμό στις χίλιες διακόσιες, που και πάλι είναι ένα αστρονομικό νούμερο.

Υπάρχει εξήγηση: Η πράξη δεν διαρκούσε πάνω από δύο λεπτά, συνέβαινε χωρίς να βγάζει τα ρούχα του, συχνά παρουσία τρίτων στο δωμάτιο (εν μέσω καθημερινών εργασιών), ενώ ένα μεγάλο μέρος των γυναικών αυτών ήταν πόρνες.

«Πολλοί μίλησαν για μισογυνισμό στα βιβλία του», λέει ο κύριος Γκρι. «Για υπέρμετρη σκληρότητα απέναντι στις γυναίκες. Παράξενος συγγραφέας. Ματωμένος δίχως ίχνος αίματος μέσα του».

Στο αυτοβιογραφικό «Πεντιγκρί», ο Σιμενόν αναπλάθει την πρώτη του φορά: στα δώδεκά του προσπαθεί να προσφέρει μούρα στη δεκαπεντάχρονη Ρενέ, αλλά καταξεσκίζεται από τα αγκάθια του θάμνου. Η Ρενέ τού γλείφει τις πληγές, για να του κατεβάσει μετά το παντελονάκι και να τον ιππεύσει. Ο Σιμενόν θυμάται έναν οξύ πόνο διαρκείας. «Ουσιαστικά μου έκανε περιτομή», γράφει ο άνθρωπος που λάτρεψε στη συνέχεια το σεξ, αποκλείοντας όμως κάθε ίχνος συναισθηματισμού από αυτό. «Αυτή η πληθωρικότητά του», λέει ο κύριος Γκρι, «ήταν η άλλη πλευρά του μόνιμου, εγγενούς μηδενισμού του. Ηταν πράγματι ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ