ΘΕΑΤΡΟ

Ολα λάθος

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Τουλάχιστον άστοχη ήταν η ιδέα να ερμηνεύσει η Κάθριν Χάντερ τον Προμηθέα. Η σπουδαία, ελληνικής καταγωγής, ηθοποιός μπορεί να έχει ερμηνεύσει επανειλημμένως ανδρικούς ρόλους, όμως πώς επιλέγεις να εκθέσεις στο τεράστιο θέατρο της Επιδαύρου αυτήν τη, μικρή το δέμας, γυναίκα;

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Οσοι αγαπούν αληθινά τη σκηνική τέχνη γνωρίζουν καλά τη διαρκώς ανανεούμενη λαχτάρα που προκαλεί, να ξαναβρεθούν στο θέατρο, να δουν, ν’ ακούσουν, να νιώσουν το θαύμα που μπορεί να γεννηθεί εκεί, μπροστά τους, σε μια στιγμή απροσδόκητη και ανεπανάληπτη. Γνωρίζουν ότι η προσδοκία δύσκολα δικαιώνεται, αλλά μήπως δεν ισχύει αυτό που λέει κάποια στιγμή ο Προμηθέας Δεσμώτης, δεν προχωράμε στη ζωή με «τυφλές ελπίδες»; 

Εχουμε δει πολλές φορές τον «Προμηθέα Δεσμώτη» στην Επίδαυρο, αυτό το άγριο, ανελέητο αριστούργημα του Αισχύλου με πρωταγωνιστή τον αθάνατο γιο του Τιτάνα Ιαπετού. Ο Προμηθέας τιμωρείται ανηλεώς από τον Δία, επειδή συμπόνεσε τους ανθρώπους, πρωτόγονους ακόμη, και θέλησε να κάνει τον βίο τους βιωτό, δίνοντάς τους τη φωτιά και μαθαίνοντάς τους τέχνες και μέσα για να μπορέσουν να επιβιώσουν.

Καρφωμένος πια στην άκρη του κόσμου για χρόνο απροσδιόριστης διάρκειας, γίνεται σύμβολο των ανθρώπων που αντιστέκονται στην αυθαιρεσία των τυράννων. Την ίδια στιγμή λειτουργεί σαν μαγικό κάτοπτρο στο οποίο ο καινούργιος ηγεμών «βλέπει» τη μελλοντική πτώση του.

Πρόκειται για σύλληψη ανυπέρβλητη: ένα έργο μ’ έναν ήρωα ακίνητο, που όμως κινείται διά του λόγου ιλιγγιωδώς στον χώρο και στον χρόνο, κατορθώνοντας να καταλύσει κάθε συμβατική αντίληψη για το τι σημαίνει δύναμη και τι αδυναμία και πώς νοείται η σχέση εξουσιαστή - εξουσιαζόμενου, πολίτη και κράτους.

«Μόνο ένας Προμηθέας εξορισμένος στην ερημιά των μεγαλουπόλεων, μόνο ένας αποσυνάγωγος των σημερινών κοινωνιών μπορεί να μας συγκινήσει, και να νοηματοδοτήσει αυτόν τον εξευτελισμό που υπόκειται ο ήρωας περιμένοντας και αναζητώντας και τη δική του λύτρωση από το “ανόητο” παράλογο της ύπαρξης», γράφει μεταξύ άλλων ο σκηνοθέτης Σταύρος Τσακίρης στο σημείωμά του για την παράσταση του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου της Πάτρας. Αυτές οι λίγες γραμμές είναι αρκετές για να προβλέψει κανείς το μοιραίο: καλά τα διαβάσματα, αλλά με Αλμπέρ Καμύ δεν ανεβαίνει ο Προμηθέας του Αισχύλου.

Από την πρώτη σκηνή της παράστασης νιώθεις ότι η σκηνοθετική προσέγγιση του Τσακίρη ξαστόχησε παρά τους σημαντικούς στην τέχνη τους συντελεστές με τους οποίους συνεργάστηκε. Ο σκηνικός χώρος που ανέλαβε ο γλύπτης Κώστας Βαρώτσος ήταν παντελώς αδιάφορος: ένας κόκκινος, λεπτός, αιχμηρός στην κορυφή του, στύλος στο κέντρο, στον οποίο δέθηκε με αλυσίδες σαν σκύλος ο Προμηθέας. Οι κερκίδες από γαλάζιο πλεξιγκλάς στο βάθος μπορεί να προσέφεραν μία κάποια λύση για την κίνηση κάποιων ρόλων και του Χορού, αλλά καθώς δεν υπήρχε κανενός είδους «συνομιλία» με τα κοστούμια του Γιάννη Μετζικώφ (μερικά εκ των οποίων, λ.χ. του τριπλού Ερμή, ήταν έως και κακόγουστα), η όψη της παράστασης υπήρξε απογοητευτική.

Τουλάχιστον άστοχη ήταν νομίζω η ιδέα να ερμηνεύσει η Κάθριν Χάντερ τον Προμηθέα. Η σπουδαία, ελληνικής καταγωγής, ηθοποιός μπορεί να έχει ερμηνεύσει επανειλημμένως ανδρικούς ρόλους, να έχει διαπρέψει στα σημαντικότερα αγγλικά θέατρα, να έχει βραβευθεί με το κορυφαίο Olivier Award (1991), να την έχει εμπιστευτεί ο Πίτερ Μπρουκ. Αλλά πώς επιλέγεις να εκθέσεις στο τεράστιο θέατρο της Επιδαύρου αυτήν τη, μικρή το δέμας, γυναίκα; Και πώς επιλέγεις την εξαιρετικά δύσκολη απόδοση του Δημήτρη Δημητριάδη, όταν μάλιστα γνωρίζεις ότι δεν έχει ξαναπαίξει στην ελληνική γλώσσα;

Επειτα από αντιπαραβολή με το αρχαίο κείμενο αλλά και συγκρίνοντάς τη με άλλες μεταφράσεις, βεβαιώθηκα ότι η απόδοση του αγαπητού συγγραφέα και μεταφραστή ήταν μάλλον ατυχής. Είναι τόσο πολλοί οι άστοχοι επιθετικοί προσδιορισμοί («τερματικός βράχος», «ισχυρές χειροπέδες», «φλογώδες πυρ», «αυτόκτιστα άντρα», «αλαμπές γένος των ανθρώπων», «λαμπρή ευφροσύνη», «κενόφρονες αποφάσεις» κ.ο.κ.), οι αδόκιμες λέξεις («απέδιλη», «ανεπίφθονα», «καταιβάτης», «δυσπλανώμενη» κ.ά.) και τόση η ποιητική ελευθερία με την οποία αποδίδει τους αρχαίους στίχους («φιλική διάταξη από φτερούγες με άμιλλα ταχύτητας», «χωρίς επιστόμια το ταχύπτερο αυτό πετούμενο», «πρέπει να υποφέρει κανείς ελαφρά το πεπρωμένο», «η έλλειψη φαρμάκων τους σκελέτωνε», «να μην εκπέσει ατιμωτικά σε μη υποφερτή πτώση» κ.λπ.), που από ένα σημείο εγκαταλείπεις την προσπάθεια να παρακολουθήσεις τον λόγο. Γλώσσα επιτηδευμένη και αντι-θεατρική, εμποδίζει τους ηθοποιούς να την ερμηνεύσουν και τους θεατές να «συνδεθούν».

Από τους ηθοποιούς μόνο ο Νικήτας Τσακίρογλου ως Αφηγητής ξεχώρισε. Ο σκηνοθέτης τού ανέθεσε τον πρώτο μονόλογο του Προμηθέα εν είδει προλόγου, παρότι ρόλος αφηγητή δεν υπάρχει στο πρωτότυπο (και στην πορεία της παράστασης η παρουσία του ατονεί). Αρκούσε για να αντιληφθεί κανείς την αξία της ερμηνευτικής παράδοσης που ηθοποιοί σαν τον Τσακίρογλου εκπροσωπούν. Η «παράδοση», έννοια συκοφαντημένη επί δεκαετίες, μόνο ως «παραλαβή» από τους νεότερους μπορεί να νοηθεί. Αλλά στην παράσταση του Τσακίρη κανείς δεν παρέλαβε τίποτα γιατί οι νεότεροι ηθοποιοί του θιάσου δεν ήταν έτοιμοι υποκριτικά και φωνητικά να τη δεχθούν και την κοινωνήσουν στο κοινό. Ειδικά η Πέγκυ Τρικαλιώτη στον ρόλο της Ιούς, αλλά και οι τρεις που (χωρίς πειστικό λόγο) μοιράστηκαν τον ρόλο του Ερμή (Αντιγόνη Φρυδά, Κώστας Νικούλι, Ηλιάνα Μαυρομάτη). Ο Χορός ήταν ανύπαρκτος. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς αφού ο σκηνοθέτης επέλεξε μουσικές συνθέσεις, ήχους και ένα παραδοσιακό στο τέλος, εντελώς ξένα μεταξύ τους αλλά και ως προς το τραγικό ύφος και ήθος. Ειδικά η σύνθεση του Μάικλ Νάιμαν που επέμενε να επανέρχεται, κλωτσούσε τη σκηνική δράση στα Τάρταρα.

Τι να πω για τη μάσκα κλόουν που φοράει ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης για να ερμηνεύσει, εκτός από το Κράτος και την, κανονικά βωβή, Bία με αστεία φωνούλα; Για τις μάσκες κομέντια ντελ άρτε και τους ανθισμένους πάνινους διαδρόμους που διασχίζει η Ιώ; Ολα λάθος. Ο καλός Δημήτρης Πιατάς στον ρόλο του Ηφαίστου δεν μπόρεσε να ξεφύγει από την «ειρωνική» μανιέρα του και ο επίσης καλός Γεράσιμος Γεννατάς δεν μπόρεσε να κάνει τη διαφορά σε μία παράσταση που βρισκόταν σε πλήρη σύγχυση ερμηνευτικά, υποκριτικά, οπτικά και ηχητικά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ