ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πού βρισκόσουν εκείνη την ώρα; Τι έκανες; Ο σεισμός της Αθήνας της 7ης Σεπτεμβρίου 1999 είναι για όλους όσοι τον έζησαν τότε στην πρωτεύουσα μια συλλογική τραυματική εμπειρία, η οποία, παρά τα 20 χρόνια που συμπληρώνονται σήμερα, δεν δείχνει και τόσο μακρινή. Ομως, για τους συγγενείς και τους φίλους των θυμάτων η σημερινή ημέρα δεν είναι απλά μια θλιβερή επέτειος, αλλά μια ημέρα πένθους.

Τα 5,9 Ρίχτερ από το άγνωστο έως τότε ρήγμα της Πάρνηθας που χτύπησαν την πόλη στις 14.56 ήταν ο φονικότερος σεισμός των τελευταίων 50 ετών, αλλά και εκείνος με το μεγαλύτερο κόστος σε ζημιές στη χώρα μας. Μέσα σε 15 δευτερόλεπτα, εκτός από τους 145 ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους και τους περίπου 2.000 που τραυματίστηκαν, κατέρρευσαν 110 σπίτια και άλλα 5.222 κρίθηκαν «κόκκινα». Περίπου 50.000 άνθρωποι έμειναν άστεγοι – ένας από τους καταυλισμούς σεισμοπλήκτων, εκείνος του Καποτά, εξακολουθεί να υπάρχει ακόμη και σήμερα, έστω κι αν οι περισσότεροι κάτοικοί του δεν έχουν καμία σχέση με τους αρχικούς. Οι επικοινωνίες κατέρρευσαν, οι υποδομές επλήγησαν σοβαρά. Οι ζημιές αποτιμήθηκαν σε περίπου 3 δισ. δολάρια ΗΠΑ.

Το πιο τραγικό γεγονός εκείνης της ημέρας ήταν η κατάρρευση του εργοστασίου της Ρικομέξ, στο οποίο έχασαν τη ζωή τους 39 εργαζόμενοι. Οι συγγενείς τους έζησαν έναν «διπλό θάνατο»: την απώλεια των αγαπημένων τους και στη συνέχεια την αδιανόητη μάχη που έπρεπε να δώσουν στα δικαστήρια, χωρίς τελικά οι υπεύθυνοι να τιμωρηθούν. Πέρασαν 13 χρόνια, έως το 2012, για να αποφασιστεί από την Περιφέρεια Αττικής η καταβολή 13 εκατομμυρίων για αποζημιώσεις στις οικογένειες των θυμάτων, καθώς οι υπηρεσίες της (τότε νομαρχίας) δεν είχαν εντοπίσει κανένα πρόβλημα στο κτίριο σε παλαιούς ελέγχους. Οι μηχανικοί που είχαν υπογράψει τις μελέτες των κτιρίων που κατέρρευσαν (σε όλη την Αθήνα) είτε αθωώθηκαν (συνήθως επειδή τα αδικήματα είχαν παραγραφεί) είτε αντιμετώπισαν πλημμεληματικές κατηγορίες και μετά την εξαγορά των ποινών τους συνέχισαν να εργάζονται κανονικά.

Ο σεισμός της Αθήνας άλλαξε πολλά. Τα σεισμολογικά ινστιτούτα ενοποίησαν το δίκτυό τους, ανανέωσαν τον εξοπλισμό τους και σήμερα μπορούν να αποτιμήσουν πολύ καλύτερα τα σεισμικά γεγονότα. Ο αντισεισμικός κανονισμός άλλαξε, επηρεάζοντας τον τρόπο που χτίζουμε τα κτίριά μας. Υπηρεσίες με κρίσιμο ρόλο, όπως η Πυροσβεστική, ενισχύθηκαν, τα σχέδια τύπου «Ξενοκράτης» επικαιροποιήθηκαν, η εκπαίδευση στα σχολεία έγινε πιο συστηματική. Υπάρχουν βέβαια και πολλά ζητήματα που τότε απασχόλησαν έντονα τη δημόσια συζήτηση αλλά ακόμη και σήμερα δεν έχουν λυθεί: για παράδειγμα, η απουσία αδόμητων, ανοιχτών χώρων στα αστικά συγκροτήματα, ώστε να μπορούν οι πολίτες να αναζητήσουν καταφύγιο σε ένα έκτακτο γεγονός.

Τις ημέρες αυτές πραγματοποιήθηκε (έπειτα από 11 χρόνια!) το 4ο Συνέδριο Αντισεισμικής Μηχανικής και Τεχνικής Σεισμολογίας από το Ελληνικό Τμήμα Αντισεισμικής Μηχανικής (ΕΤΑΜ) και το ΤΕΕ. Η επιστημονική συζήτηση κινείται πλέον στην κατεύθυνση των προσεισμικών ελέγχων (ιδίως στα δημόσια κτίρια και στα κτίρια συνάθροισης κοινού) και αντισεισμικών ενισχύσεων, κυρίως για το γερασμένο οικιστικό απόθεμα των μεγάλων πόλεων. Οι 21 σεισμοί άνω των 6 Ρίχτερ που έχουν γίνει τα τελευταία 20 χρόνια στη χώρα μας αποδεικνύουν ότι, τουλάχιστον στον τομέα των κατασκευών, τα βήματα που έχουμε κάνει ως χώρα δεν είναι αμελητέα.

ΑΠΟΨΕΙΣ

Αδύνατη η πρόγνωση, δυνατή η προετοιμασία
Του Ευθύμη Λέκκα*


Τα 5,9 Ρίχτερ από το άγνωστο έως τότε ρήγμα της Πάρνηθας που «χτύπησαν» την πόλη είχαν συνέπεια να καταρρεύσει το εργοστάσιο της Ρικομέξ, στο οποίο έχασαν τη ζωή τους 39 εργαζόμενοι.

Στις 17 Αυγούστου 1999 έγινε μεγάλος σεισμός στο Ιζμίτ της Τουρκίας. Ημουν υπεύθυνος στην ελληνική ομάδα που πήγε να συνδράμει, με την ΕΜΑΚ, το ΕΚΑΒ και τον ΟΑΣΠ. Φθάνοντας στο Ιζμίτ ξεκινήσαμε να ψάχνουμε το ίχνος του ρήγματος – το βρήκαμε κάποια στιγμή πριν νυχτώσει και μετρήσαμε τα χαρακτηριστικά του. Οπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, ολόκληρο το ασιατικό κομμάτι της Τουρκίας είχε ολισθήσει 6 μέτρα προς το Αιγαίο.

Μετά τη διαπίστωση αυτή, ξεκινήσαμε να ψάχνουμε αν αυτό το γεγονός θα επηρεάσει τον ελλαδικό χώρο. Αναλύοντας τα δεδομένα, φάνηκε ότι όντως ο ελλαδικός χώρος συμπιέστηκε και κάπου θα εκδηλωνόταν μεγάλος σεισμός. Τις επόμενες ημέρες ξεκίνησαν συζητήσεις στον ΟΑΣΠ για το τι έπρεπε να γίνει προκειμένου να προετοιμαστούμε. Καθώς οι ημέρες περνούσαν, αρχίσαμε να έχουμε τα πρώτα σημάδια. Στην Αταλάντη ακούγονταν υπόκωφοι θόρυβοι, στα Καμένα Βούρλα ανέβηκε η θερμοκρασία των θερμών πηγών, στην Κωπαΐδα ξεχείλισαν κάποια πηγάδια και μετά έπεσε η στάθμη τους.

Ο σεισμός της 7ης Σεπτεμβρίου μάς βρήκε στον ΟΑΣΠ, σε μια από αυτές τις συσκέψεις. Τελικά, υπεύθυνο ήταν το ρήγμα της Πάρνηθας, που κανείς μας δεν το υποψιαζόταν. Αυτό που αποδείχθηκε περίτρανα στην περίπτωση της Αθήνας (όπως και το 1995 στα Γρεβενά, που θεωρούνταν ασεισμική περιοχή) ήταν ότι ακόμα κι αν είχαμε στα χέρια μας σαφείς ενδείξεις ότι θα γίνει ένας ισχυρός σεισμός, δεν μπορούσαμε να εντοπίσουμε την περιοχή. Και προφανώς δεν μπορούσαμε να προειδοποιήσουμε για κάτι που δεν γνωρίζαμε αν και πού θα συμβεί. Κάθε απόπειρα προσδιορισμού του τόπου και του χρόνου που θα πραγματοποιηθεί ένας σεισμός παραμένει απατηλό όνειρο, παρότι προσπαθούν γι’ αυτό επιστήμονες σε όλο τον κόσμο. Ολα όσα ακούγονται περί προγνώσεων είναι σπέκουλες και ο κόσμος πρέπει να τα αγνοήσει.

Τι μας μένει, λοιπόν; Σε μια σεισμογενή χώρα όπως η Ελλάδα, πρέπει να εστιάζουμε στη σωστή αντισεισμική θωράκιση των κατασκευών μας και στη γνώση τού πώς πρέπει να συμπεριφερθούμε σε έναν σεισμό. Για να μειωθεί η διακινδύνευση πρέπει να είμαστε επιστημονικά επαρκείς, ώστε οι υποδομές μας να είναι λιγότερο ευάλωτες, να επικαιροποιούμε τα επιχειρησιακά σχέδιά μας, ώστε να είμαστε έτοιμοι ανά πάσα στιγμή, και να συνεχίσουμε να εκπαιδεύουμε το κοινό.

* Ο κ. Ευθύμης Λέκκας είναι πρόεδρος ΟΑΣΠ, καθηγητής στο Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Πανεπιστη-μίου Αθηνών.

Προσοχή σε παλαιά και αυθαίρετα κτίρια
Του Κωνσταντίνου Σπυράκου*

Ο σεισμός της Αθήνας μάς δίδαξε πολλά σε επιστημονικό επίπεδο. Ως αποτέλεσμα, βελτιώθηκε ο αντισεισμικός κανονισμός – οι τελευταίοι ισχυροί σεισμοί μάς δείχνουν πως οι νέες κατασκευές, που ανεγέρθηκαν μετά το 2000, επέδειξαν καλύτερη «συμπεριφορά». Γενικά, υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για να απαντήσουμε αν ένα κτίριο μπορεί να θεωρείται ασφαλές σε περίπτωση σεισμού: αν χτίστηκε σωστά, σύμφωνα με τους κανονισμούς της εποχής του, αν συντηρείται σωστά όλα αυτά τα χρόνια και αν έχει υποστεί αυθαίρετες επεμβάσεις ή όχι. Υπό το πρίσμα αυτό, η πολιτεία σήμερα οφείλει να εστιάσει την προσοχή της σε τρεις ομάδες κτιρίων. Η πρώτη είναι τα κτίρια των δεκαετιών ’60 και ’70 (μια περίοδος με έντονη οικοδομική δραστηριότητα στις μεγάλες πόλεις), που είναι μελετημένα και κατασκευασμένα με παλιές τεχνικές και κανονισμούς. Πολλά από τα κτίρια αυτά είχαν μεν κατασκευαστεί σωστά, ωστόσο τα περισσότερα δεν συντηρούνται επαρκώς, ενώ με τους πρόσφατους νόμους για τα αυθαίρετα «νομιμοποιήθηκαν» κάθε είδους επεμβάσεις που μπορεί να είχαν υποστεί. Η δεύτερη ομάδα κτιρίων είναι τα αυθαίρετα. Τα περισσότερα κατασκευάζονταν «νύχτα», συχνά ούτε καν από μηχανικούς, αλλά από μάστορες, οπότε δεν μπορούμε να μιλήσουμε για καλές, ασφαλείς κατασκευές, πλην εξαιρέσεων.

Στην περίπτωση των αυθαιρέτων, το πρόβλημα είναι βαθύ και απαιτεί ελέγχους στατικής επάρκειας πριν η πολιτεία επικυρώσει τη νομιμοποίησή τους. Τέλος, οι τελευταίοι σεισμοί στην Αθήνα μάς έδειξαν ότι πρέπει να εστιάσουμε στις παλιές κατασκευές, που δεν είναι κατασκευασμένες με οπλισμένο σκυρόδεμα, αλλά λιθοδομή, ιδίως τα εγκαταλελειμμένα κτίρια. Εκεί πρέπει να υπάρξει ειδική μέριμνα, ιδίως στην περίπτωση των διατηρητέων. Το γερασμένο οικιστικό απόθεμα των πόλεών μας πρέπει να απασχολήσει εμάς ως επιστήμονες και την πολιτεία στο επίπεδο της λήψης μέτρων που θα ενθαρρύνουν τη συντήρηση, την ενίσχυση και την αναβάθμιση των παλιών κτιρίων. Δεν είναι όμως θέμα μόνο επιστημόνων ή κράτους, αλλά και θέμα όλων ημών. Πρέπει να φροντίζουμε την κατοικία μας, να μην αφήνουμε τυχόν οξειδώσεις και υγρασίες να εξελίσσονται, να μην κάνουμε αυθαίρετες επεμβάσεις, καθώς μπορούν να αλλάξουν τη συμπεριφορά του κτιρίου. Και, κυρίως, να μην περιμένουμε έναν ισχυρό σεισμό για να ασχοληθούμε σοβαρά.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Σπυράκος είναι διευθυντής Εργαστηρίου Αντισεισμικής Τεχνολογίας στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ.

Πιο πλούσιοι σε εμπειρία, εκπαίδευση, εξοπλισμό
Του Παναγιώτη Φούρλα*

Το πρωί της 7ης Σεπτεμβρίου 1999 γινόταν μια εκδήλωση στην υπηρεσία, με καλεσμένο τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη. Μόλις τελείωσε η εκδήλωση και άρχισε να φεύγει ο κόσμος, έγινε ο σεισμός. Εγώ ήμουν β΄ υπαρχηγός, τοποθετηθείς μόλις επτά ημέρες νωρίτερα. Θυμάμαι ότι αμέσως ήρθε στο αρχηγείο της υπηρεσίας ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, και κάναμε σύσκεψη, καθώς υπήρχαν πληροφορίες για πολλά θύματα και ζημιές. Δώσαμε εντολές σε όλες τις υπηρεσίες της χώρας να στείλουν ενισχύσεις σε προσωπικό και διασωστικά μέσα και κατόπιν ο αρχηγός της Πυροσβεστικής μού ζήτησε να πάω στη Ρικομέξ.

Εκτοτε έχω περάσει δύο φορές από τη Ρικομέξ. Είδα την πλάκα με τα ονόματα των αδικοχαμένων ανθρώπων και στεναχωρήθηκα πολύ. Θυμάμαι τους συγγενείς και τους φίλους τους να περιμένουν απέξω για μια είδηση κι εμείς να απεγκλωβίζουμε συνεχώς νεκρούς. Ειλικρινά, δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι εκείνες τις στιγμές.

Πιστεύω ότι κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε και φερθήκαμε στους ανθρώπους με μεγάλο σεβασμό.

Ο σεισμός της Αθήνας δεν ήταν, φυσικά, ο πρώτος καταστροφικός σεισμός για την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Είχαν προηγηθεί τα προηγούμενα χρόνια η Θεσσαλονίκη, η Καλαμάτα, το Αίγιο, υπήρχαν πολλοί σωστά εκπαιδευμένοι συνάδελφοι. Η μεγάλη έκταση των συνεπειών του σεισμού της Αθήνας μάς πρόσθεσε εμπειρία. Η μεγάλη δυσκολία του συγκεκριμένου σεισμού ήταν ότι, λόγω της διασποράς των κτιρίων που είχαν καταρρεύσει, έπρεπε να εργαστούμε παράλληλα σε πολλά μέτωπα.

Τα επόμενα χρόνια δημιουργήθηκαν κι άλλες έξι ΕΜΑΚ (πλην των δύο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη που υπήρχαν έως τότε) και εκπαιδεύτηκαν κατάλληλα οι άνθρωποι που τις στελέχωσαν. Την περίοδο εκείνη, επίσης, ευαισθητοποιήθηκαν πολλοί ιδιώτες, φορείς, ιδρύματα και μεμονωμένοι άνθρωποι, που μέσω δωρεών βοήθησαν στον εκσυγχρονισμό και στην ανανέωση των μέσων μας. Πολλοί μαθαίνω ότι βοηθούν ακόμη και σήμερα.

Σκεπτόμενος σήμερα εκείνες τις δύσκολες στιγμές, θέλω να πω στους πολίτες να έχουν εμπιστοσύνη στην Πυροσβεστική Υπηρεσία. Οι πυροσβέστες σήμερα έχουν μεγαλύτερη γνώση και υλικό εξοπλισμό από ό,τι είχαμε εμείς, καθώς και πολύτιμη εμπειρία, και θα αντιμετωπίσουν σωστά ό,τι κι αν συμβεί.

* Ο κ. Παναγιώτης Φούρλας είναι πρώην αρχηγός Πυροσβεστικού Σώματος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ