ΧΡΙΣΤΟΣ Χ. ΜΥΛΩΝΟΠΟΥΛΟΣ*

Το αξιόποινο της κατοχής των Μαρμάρων του Παρθενώνα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Με τις απαρχές του 21ου αιώνα η πεποίθηση ότι η κατοχή ξένων πολιτιστικών αγαθών βαρύνεται τουλάχιστον με ένα ηθικό στίγμα, κερδίζει συνεχώς έδαφος. Ηδη πολλές χώρες άρχισαν να επιστρέφουν αρχαιότητες που είχαν διαρπαγεί στο παρελθόν: Το Μουσείο του Βερολίνου επέστρεψε στην Τουρκία ένα έργο των Χετταίων, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέστρεψαν στον Παναμά περίπου εκατό προκολομβιανά έργα τέχνης των Μάγιας και μια οικογένεια συλλεκτών από τη Γαλλία επέστρεψε δύο ορειχάλκινα αγάλματα τεράστιας αξίας στην Κίνα.

Στο γενικότερο αυτό πλαίσιο πολλά κράτη αναγνωρίζουν ότι η κατοχή αρχαιοτήτων που προέρχονται από άλλες χώρες δεν είναι μόνον ανήθικη αλλά και παράνομη. Ετσι στις Ηνωμένες Πολιτείες διαμορφώθηκε το «δόγμα Schultz- McClain» και γίνεται δεκτό, με βάση τον «Νόμο για την κλαπείσα εθνική περιουσία» (National Stolen Property Act), ότι εάν ένα κράτος δηλώσει κυριότητα επί ενός πολιτιστικού αγαθού, αυτό θεωρείται κλοπιμαίο και πρέπει να επιστραφεί. Αυτής της νομολογίας επωφελήθηκαν πολλά κράτη, όπως το Μεξικό, η Ονδούρα, ο Παναμάς και άλλες χώρες, που διεκδίκησαν επιτυχώς από τις Ηνωμένες Πολιτείες προκολομβιανές αρχαιότητες σημαντικής πολιτιστικής αξίας.

Σήμερα, η διακράτηση, από το Βρετανικό Μουσείο, των Γλυπτών που αποκτήθηκαν με ακρωτηριασμό του Παρθενώνα, είναι παράνομη ακόμη και σύμφωνα με αυτό τούτο το αγγλικό δίκαιο (επισημαίνεται ότι η εν λόγω προσέγγιση γίνεται μόνον από τη σκοπιά του αγγλικού δικαίου, δηλ. ανεξαρτήτως του αν η κατοχή των Μαρμάρων ενέχει και άλλες διαστάσεις ποινικής ευθύνης, όπως είχα την ευκαιρία να αναπτύξω στο 2ο συνέδριο του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Ποινικού Δικαίου το 2015). Πρόκειται για την εσωτερική αγγλική νομοθεσία για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (ξέπλυμα βρώμικου χρήματος), και συγκεκριμένα για τον «Νόμο για τα προϊόντα εγκλήματος» (Proceeds Of Crime Act ή, συντομογραφικά, POCA) που τέθηκε σε ισχύ στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2002, χωρίς να γίνει αντιληπτό ποια καίρια σημασία είχαν οι διατάξεις του για το ζήτημα της αρπαγής των Μαρμάρων. 

Η σημασία αυτή είναι η εξής: Είναι ιστορικά αναμφισβήτητο, όπως δέχεται ακόμη και ο σφοδρός πολέμιος της επιστροφής των μαρμάρων Μέριμαν, ότι ο Ελγιν τα απέκτησε με δωροδοκία. Ακριβέστερα, δωροδόκησε τον Οθωμανό καϊμακάμη δίνοντας ένα τμήμα των ωφελημάτων υπό συνθήκες διαφάνειας, όπως τότε ήτανε επιτρεπτό, και ένα δεύτερο τμήμα παράνομα, «κάτω από το τραπέζι». Είναι επίσης δεδομένο ότι η δωροδοκία στην Αγγλία εθεωρείτο αξιόποινη πράξη ήδη από το 1275, με πρώτο σχετικό νόμο το Διάταγμα του Westminster, που διατηρήθηκε σε ισχύ μέχρι το 1968. Μάλιστα με βάση τον νόμο αυτό είχε παραπεμφθεί σε δίκη και ο κυβερνήτης της Βεγγάλης των Ινδιών Γουόρεν Χέιστινγκς, δέκα χρόνια περίπου πριν από την κλοπή των Γλυπτών από τον Ελγιν.

Σύμφωνα με τον POCA, το έγκλημα του «ξεπλύματος» μπορεί να θεμελιώνεται σε οποιοδήποτε πρότερο έγκλημα, επομένως και στη δωροδοκία. Ακόμη, κατά τον ίδιο νόμο, αυτό το πρότερο έγκλημα (από το οποίο προέκυψε η περιουσία, της οποίας η κατοχή στοιχειοθετεί «ξέπλυμα») μπορεί να έχει τελεστεί και στην αλλοδαπή.

Περαιτέρω, πάλι σύμφωνα με τον POCA, η αξιόποινη πράξη από την οποία πηγάζει η επιλήψιμη περιουσία μπορεί να έχει τελεστεί και πριν από τη θέσπιση του νόμου για το «ξέπλυμα». Μάλιστα δε, αυτό το πρότερο έγκλημα δεν απαιτείται να είναι αξιόποινο και κατά τον χρόνο που κρίνεται η πράξη του «ξεπλύματος». Με άλλα λόγια, η πράξη του «ξεπλύματος» παραμένει αξιόποινη ακόμη και όταν το πρότερο έγκλημα (εδώ: η δωροδοκία) έχει παραγραφεί. Επομένως ο νόμος για το «ξέπλυμα» εφαρμόζεται ακόμη και αν το πρότερο έγκλημα έχει τελεστεί 50, 100 ή και 200 χρόνια πριν. Επίσης, ως «περιουσία» προερχόμενη από αξιόποινη πράξη θεωρείται οποιαδήποτε περιουσία. Τέλος, το σημαντικότερο: Ως πράξη νομιμοποίησης, «ξέπλυμα» θεωρείται κατά τον ΡΟCΑ και η απλή κατοχή, η παθητική κατοχή. Κατά τη ρητή διατύπωση του εν λόγω νόμου: νομιμοποίηση διαπράττει και όποιος «κατέχει παθητικά» («passively possesses») την ξένη περιουσία που αποκτήθηκε με αξιόποινη πράξη.

Ολα αυτά παρέχουν μια επαρκή βάση ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί, αν όχι η κατάφαση της ποινικής ευθύνης για «ξέπλυμα» (αφού προδήλως ελλείπει η συνείδηση του αδίκου, δεδομένου ότι οι κάτοχοι των Γλυπτών πιστεύουν ότι τα κατέχουν νομίμως!), τουλάχιστον το γεγονός ότι η κατοχή των Γλυπτών είναι αντικειμενικώς αντίθετη στην αγγλική έννομη τάξη και βαρύνεται με ένα ατιμωτικό ηθικό στίγμα το οποίο τη φέρει πολύ κοντά στα όρια του αξιόποινου. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινείται άλλωστε και η νομοθετική πρωτοβουλία διεθνώς.

* Ο κ. Χρίστος Χ. Μυλωνόπουλος είναι καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, δικηγόρος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ