ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

H αντίφαση της Κυριακής

Άγγελος Μανουσόπουλος

Η έλευση της Κυριακής αναγγελλόταν θριαμβευτικά με κωδωνοκρουσίες, εναρκτήριο λάκτισμα μιας ημέρας ξεχωριστής και ταυτόχρονα η τελευταία ειδοποίηση ότι θα έπρεπε να αποχωριστούμε τη θαλπωρή των κρεβατιών, αφού, όπως μας ενημέρωνε αυστηρά η φωνή της μητέρας, «είναι η τρίτη καμπάνα». Οι προηγούμενες δύο είχαν χαθεί μέσα σε βαθύ ύπνο. 

Η πρώτη μυρωδιά της ημέρας ήταν αυτή των φρεσκοπλυμένων «καλών» ρούχων, των «κυριακάτικων», μια μυρωδιά που προοριζόταν πολύ σύντομα να νικηθεί κατά κράτος από την κολόνια λεμόνι, με την οποία η μητέρα μάς έραινε στα μαλλιά. 

Στην εκκλησία, τα πάντα μου έδιναν την εντύπωση ότι υμνολογούσαν περισσότερο την ημέρα παρά τον Ύψιστο. Με το σχόλασμα, η υπόξινη γεύση του αντίδωρου –η πρώτη γεύση της Κυριακής– γινόταν δεκτή με ευγνωμοσύνη από τα άδεια στομάχια μας πριν από το πρωινό που θα αντάμειβε την καρτερικότητά μας πολύ πιο πλουσιοπάροχα. 

Πίσω στο σπίτι, η ατμόσφαιρα πλημμύριζε από το άρωμα του φρεσκοψημένου καφέ που η μητέρα σέρβιρε στις φίλες της, αλλά και άλλες, πιο ντελικάτες μυρωδιές, όπως της φρεσκοτυπωμένης εφημερίδας, στην οποία ο πατέρας βυθιζόταν ως το μεσημέρι, διακόπτοντας την εμβρίθεια μόνο για να διπλώσει τα τεράστια φύλλα της.

Η κορύφωση των κυριακάτικων γεύσεων και οσμών ήταν φυσικά το μεσημεριανό τραπέζι, όπου κυριαρχούσε το λεμονάτο κοτόπουλο ή το κοκκινιστό μοσχάρι, οι σαλάτες, τα τυριά και –ως επιστέγασμα– το κοκκινέλι. Σαν να ήθελε να μας τονίσει τη σπουδαιότητα της ημέρας, ο πατέρας επέτρεπε ακόμα και σε εμάς την κατανάλωση μισού ποτηριού, παρά τη –χαλαρή πάντως– αντίρρηση της μητέρας.

Κάπου εκεί η μέρα, μετά την κορύφωσή της, άρχιζε την κάθοδο. Έπρεπε τώρα να κλειστούμε στο σαλόνι για να μελετήσουμε, παρόλο που το μυαλό μας βρισκόταν στους αγώνες που ξεκινούσαν. Πολύ περισσότερο εάν η τοπική ομάδα έπαιζε εντός έδρας και κόσμος περνούσε έξω από το παράθυρο με πρόσωπα γεμάτα από την έξαψη της ελπίδας για νίκη. Ένας από τους δυο μας αναλάμβανε να πάρει κρυφά το τρανζιστοράκι από το κομοδίνο του πατέρα. Μέσα στην ησυχία του μεσημεριού, με τα βιβλία ανοιχτά μπροστά μας, αφουγκραζόμασταν τις μεταδόσεις από τα γήπεδα, ενώ παράλληλα αποκρυπτογραφούσαμε τον θόρυβο που έφτανε από το γήπεδο πίσω από τα κλειστά τζάμια. Το βουητό που γινόταν ιαχή που έσβηνε απότομα δήλωνε απογοήτευση για μια χαμένη ευκαιρία. Μια απότομη έκρηξη φωνών φανέρωνε αγανάκτηση για κάποιο σκληρό μαρκάρισμα ή κάποιο φάλτσο σφύριγμα του διαιτητή. Και φυσικά το ξέσπασμα πανηγυρισμών σήμαινε ότι η τοπική ομάδα κατάφερε να σκοράρει, ενώ ένα όμοιο σε πολύ χαμηλότερη ένταση δήλωνε γκολ των φιλοξενουμένων. 

Η επιστροφή των φιλάθλων από το γήπεδο συνέπιπτε συνήθως με το πρώτο σκοτάδι και το άγχος για το διάβασμα που δεν είχε τελειώσει. Όλα έδειχναν ότι η επερχόμενη Δευτέρα έριχνε σκοτεινό πέπλο σε μια μέρα εξ ορισμού φωτεινή. Το σήμα της Αθλητικής Κυριακής ήταν το σύνθημα να γλιστρήσουμε προς το καθιστικό και να παρακολουθήσουμε τις φάσεις των αγώνων, ώσπου ο πατέρας να σκίσει με ψεύτικη αγανάκτηση ένα ακόμα δελτίο
ΠΡΟ-ΠΟ και η μητέρα να μας στείλει να φτιάξουμε τις τσάντες μας και να πάμε για ύπνο. Καμιά φορά αυτό γινόταν χωρίς να έχουμε ολοκληρώσει τη μελέτη και οι τύψεις μας επέτειναν την πολυτραγουδισμένη μελαγχολία του κυριακάτικου βραδινού. 

Έπεφτα στο κρεβάτι με τη σκέψη στην αντίφαση αυτή, που ήταν το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της Κυριακής: ξεκινούσε με έναν χαρμόσυνο πρόλογο, αλλά κατέληγε σε έναν τόσο μουντό επίλογο. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ