ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πριν από μερικές εβδομάδες, τακτοποιώντας το γραφείο μου, βρήκα έναν φάκελο με φωτογραφίες που μου είχε δώσει για να προετοιμάσω τη συνέντευξή μας, που πραγματοποιήθηκε μπροστά σε κοινό, στο καφέ του Ιανού, την άνοιξη του 2017. Του τηλεφώνησα αμέσως, αναστατωμένη, για να απολογηθώ που δεν του τις είχα ακόμη επιστρέψει. «Καλά, βρε παιδί μου, μην στενοχωριέσαι, δεν θα χαθούμε κιόλας», μου είπε γελώντας. Και να που τώρα γράφω αυτές τις αράδες για εκείνον χρησιμοποιώντας χρόνους παρελθοντικούς...

Ηταν τεράστιο μέγεθος για την ελληνική μουσική ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, που έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 63 ετών από καρδιακή ανακοπή. Συνθέτης και τραγουδιστής σπάνιας ποιότητας και, ταυτόχρονα, άνθρωπος σπάνιας στόφας και ήθους. Δύσκολα αυτά τα δύο τα βρίσκεις μαζί, σε ένα «πακέτο». Ηταν εξωστρεφής, ακομπλεξάριστος, χειμαρρώδης και αυθόρμητος, ευθύς και ωμά ειλικρινής, με χιούμορ, αφοσιωμένος σύζυγος και πατέρας, καλός φίλος. Για ποια τραγούδια πιστεύεις ότι θα σε θυμούνται; τον είχα ρωτήσει πριν από χρόνια. «Για το “Πόσο σε θέλω”, το “Διδυμότειχο Μπλουζ”, τον “Νότο”, ακόμα και για τον “Γάτο”, που ποτέ δεν περίμενα να αντέξει τόσο πολλά χρόνια.


Ηταν τεράστιο μέγεθος για την ελληνική μουσική ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, ο οποίος έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 63 ετών. 

Θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου που κάποτε στο μυαλό μου άναψε ένα φλασάκι και έγραψα αυτά τα τραγούδια. Εχω συναίσθηση του ότι δεν έχω δημιουργήσει ακόμη –μπορεί και να μην το καταφέρω ποτέ– έναν “Σταυρό του Νότου”, μια “Θητεία” ή έναν “Μεγάλο Ερωτικό”, με την έννοια ενός ενιαίου, ολοκληρωμένου έργου. Από την άλλη, ίσως η εποχή μας να μην ευνοεί τέτοια έργα. Ποιος ξέρει... Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος και το κοινό είναι αυτά που αποδεικνύουν την αξία ενός τραγουδιού. Και κάποια δικά μου έχουν κερδίσει αυτό το στοίχημα», είχε απαντήσει.

Πράγματι, το έχουν κερδίσει. Για όσους μεγαλώσαμε στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, ο Λαυρέντης ήταν, είναι και θα είναι ένα κομμάτι της νιότης μας. Κι αυτό τίποτα δεν έχει τη δύναμη να το αλλάξει. Ούτε ο θάνατος.

«Ασ’ το, παιδί μου, δεν έχεις ταλέντο»

«Η μητέρα μου, όταν της πρωτοέπαιξα δικά μου τραγούδια, όχι μόνο δεν ενθουσιάστηκε, αλλά και προσπάθησε να με αποτρέψει από το να ασχοληθώ με τη μουσική. “Ασ’ το, παιδί μου, δεν είσαι εσύ γι’ αυτά, δεν έχεις ταλέντο. Μόνο όταν κυκλοφόρησε το “Διδυμότειχο μπλουζ” το βρήκε κάπως ενδιαφέρον και άκουσα από εκείνη μια καλή κουβέντα...».

Στον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα άρεσε να αυτοσαρκάζεται, δεν προσπαθούσε να ωραιοποιήσει τα βιώματά του, δεν έκρυβε τα ζόρια που πέρασε – τα οποία, στην αρχή της καριέρας του, δεν ήταν καθόλου λίγα.

Λίγο πριν καταταγεί στον στρατό, είχε φτιάξει ένα συγκρότημα. «Ημασταν δύο κιθάρες και κρουστά. Είχαν τότε εμφανιστεί οι Νοστράδαμος, το ονομάσαμε κι εμείς Γαλιλαίο, για να τους κοντράρουμε. Φράγκο στην τσέπη δεν είχα, όμως. Τη μέρα που απολύθηκα και επέστρεφα στο σπίτι –στα Αναφιώτικα μέναμε– πέρασα μπροστά από ένα ροκάδικο όπου τραγουδούσε ο Πάνος Τζαβέλλας και είδα ότι ζητούσαν τραγουδιστές. Μπήκα, πήρα την κιθάρα και τραγούδησα Ντίλαν. Ο Τζαβέλλας δεν ενθουσιάστηκε. Μετά έκανα μια δεύτερη προσπάθεια, με ένα τραγούδι του Κώστα Χατζή. Αυτό του άρεσε. “Προσλαμβάνεσαι”, μου είπε. Τρία κομμάτια είχα στο πρόγραμμα: “Ο Μπελογιάννης ζει”, “Ο Μπεζεντάκος” και “Η λευτεριά είναι σχολειό”. Μετά τραγουδούσαμε όλοι μαζί, χορωδία, σαν γαλαρία. Ηταν 1977 κι έτσι πήρα το πρώτο μου νυχτοκάματο: 150 δραχμές».


Με τους Τερμίτες στις αρχές της δεκαετίας του ’80 (πάνω), τον Σαλβατόρε Ανταμό, εφηβικό του ίνδαλμα (αριστερά), και τον φίλο του Σάκη Μπουλά (δεξιά).

Από το «Αντάρτικο λημέρι» στους Τερμίτες, που δεν μακροημέρευσαν: «Δεν τους αδικώ τους άλλους που το διαλύσαμε, ήθελα να κάνω κουμάντο και τους καταπίεζα. Στους Jethro Tull έκανε κουμάντο ο Ιαν Αντερσον, αλλά τους τάιζε καλά τους συνεργάτες του. Εμείς δεν σταυρώναμε δραχμή. “Είδες τις παθαίνουμε με τα μυαλά που κουβαλάς; Δεν έχουμε να φάμε”», μου έλεγαν. Και μετά τη διάλυση του συγκροτήματος, ξεκίνησε η σόλο καριέρα του, που δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. «Το 1989, όταν κυκλοφόρησε το “Ο μ’ αγαπάς κι η σ’ αγαπώ” και ήταν παταγώδης αποτυχία, κλονίστηκα. Σκέφτηκα να τα παρατήσω και να πάω στον Βόλο, να ανοίξω Ωδείο. Ομως βρέθηκε στον δρόμο μου ο Γιώργος Νταλάρας, που με άρπαξε από τα μαλλιά και με έβγαλε από τον πάτο του πηγαδιού. Με τη συμμετοχή του στο “Διδυμότειχο μπλουζ”, το 1991, μου άλλαξε τη ζωή. Του χρωστάω πολλά...».

Στην τελευταία μας συνάντηση, πριν από δύο χρόνια, του ζήτησα έναν απολογισμό της πορείας του: «Είμαι ικανοποιημένος που κατάφερα, τελικά, να ζήσω αξιοπρεπώς την οικογένειά μου, όμως ούτε τα χρήματα ούτε οι χρυσοί δίσκοι και οι επιτυχίες ούτε οι φιλίες που γεννήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια και οι σημαντικές συνεργασίες (με Μπραντουάρντι, Ανταμό κ.ά.) μπορούν να συγκριθούν με αυτό που θεωρώ αληθινή ευλογία: να βρεθεί ένας πιτσιρικάς, έστω και ένας μόνο, που να επηρεαστεί και να εμπνευστεί από μένα, να πάρει κάτι από όσα έφτιαξα και να το πάει παρακάτω, να το εξελίξει. Δεν έχω φτιάξει τον ουρανό με τ’ άστρα, δεν επαίρομαι, μη με παρεξηγήσεις, αλλά αν αυτό συμβεί εγώ θα είμαι ευτυχισμένος. Ετσι επιβιώνει η τέχνη...».

Πυλώνας της καριέρας η οικογένειά του

Γεννήθηκε στον Βόλο το 1956, μεγάλωσε στην Αθήνα. Η μητέρα του ήταν νοικοκυρά, ο πατέρας του μαέστρος και πιανίστας, διευθυντής της Ορχήστρας Ελαφράς Μουσικής της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Πέθανε νωρίς, σε ηλικία μόλις 36 ετών. Ο Λαυρέντης ήταν τότε μαθητής της ΣΤ΄ Δημοτικού. «Τον θυμάμαι να παίζει ώρες ατέλειωτες πιάνο στο σπίτι και να συνθέτει σονάτες. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να γράψει πολλά έργα. Αλλά ακόμα κι αυτά τα λίγα τα έχω συγκεντρώσει και ηχογραφήσει και κάποια στιγμή θα κυκλοφορήσουν», είχε πει.


Με την κόρη του, την 24χρονη σήμερα Μαρία-Κλάρα. Πάνω, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας τριών ετών, στην Αθήνα, και, κάτω, φαντάρος.

Ο ίδιος, ως πιτσιρικάς, δεν έδειχνε ιδιαίτερη εκτίμηση στους κλασικούς συνθέτες. «Μόνο ποδόσφαιρο ήθελα να παίζω τότε!». Ακουγε, βέβαια, μουσική: κυρίως Ανταμό και Αλ Μπάνο, μαζί με Χατζιδάκι και Μούσχουρη – αγαπημένα ακούσματα της μητέρας του. Σε ηλικία οκτώ ετών σκάρωσε και το πρώτο του τραγούδι. Τόσο πολύ χάρηκε ο πατέρας του με το κατόρθωμα του γιου του, που το ηχογράφησε στα στούντιο της ΕΡΑ με ερμηνευτή τον νεαρό τότε Κώστα Χατζή και το μετέδωσε σε μία από τις εκπομπές που επιμελούνταν: «Μια Κυριακή, πρωί πρωί, μια μέρα σαν και σήμερα, μια ημέρα γιορτινή», ήταν το ρεφρέν. Από τον μεγάλο του αδελφό έμαθε τη ροκ. Τα Χριστούγεννα του 1965, με χρήματα που μάζεψε παίζοντας τα κάλαντα, αγόρασε το «Help» των Beatles. Το 1967 ήταν στην επεισοδιακή συναυλία των Rolling Stones στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. «Σαν οπτασία θυμάμαι τον Τζάγκερ...».

Η οικογένειά του ήταν για τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα ο πυλώνας πάνω στον οποίο στήριξε και την καριέρα του. Η σύζυγός του, Ελένη, που είναι αγιογράφος, ήταν στήριγμά του στα δύσκολα. «Τα πρώτα χρόνια, όταν οι δίσκοι μου πήγαιναν... άπατοι, εκείνη δούλευε για να ζήσει η οικογένεια και να έχω εγώ την πολυτέλεια να κυνηγήσω το όνειρό μου. Βράχος!». Απέκτησαν μια κόρη, τη Μαρία-Κλάρα. Η ανατροπή που έφερε στη ζωή του ήταν τεράστια: «Διάβαζα συνεντεύξεις καλλιτεχνών που δήλωναν ότι το καλύτερο έργο τους είναι το παιδί τους και γελούσα. Δεν μπορούν να λένε τέτοια πράγματα, σκεφτόμουν, παιδιά κάνει όλος ο κόσμος, ενώ ένα σημαντικό έργο δεν γίνεται από πολλούς – μόνο γι’ αυτό αξίζει πραγματικά να είσαι υπερήφανος. Τελικά, όταν γεννήθηκε η Μαρία-Κλάρα ανακάλυψα πόσο σπουδαίο είναι να έχεις παιδί και να το βλέπεις να μεγαλώνει. Δεν μοιάζει με τίποτα άλλο στον κόσμο...».

Στο ισόγειο της πολυκατοικίας όπου έμενε με την οικογένειά του στον Λυκαβηττό, σε ένα μικρό διαμέρισμα, είχε φτιάξει το στούντιό του: με το αρχείο του, τη δισκοθήκη και τις κιθάρες του, ανάμεσά τους και την πρώτη, δώρο από τη μητέρα του στα γυμνασιακά του χρόνια. «Αργότερα, με δικά μου χρήματα, αγόρασα μια Eko δωδεκάχορδη, βίντατζ κομμάτι. Αν παίξω σήμερα με αυτήν θα αφήσω μισό κιλό κρέας πάνω στις χορδές της!», μου είχε πει γελώντας. Στον ίδιο χώρο βρίσκεται και μια εντυπωσιακή συλλογή κοχυλιών – ένα άγνωστο στους πολλούς πάθος του. «Η μαμά μου είχε μαγαζί με κοχύλια στην οδό Αδριανού. Οταν αρρώστησε, τα πούλησε, σκόρπισαν. Ορκίστηκα ότι θα τα μαζέψω ξανά. Και, πράγματι, ξοδεύοντας χοντρά φράγκα, απέκτησα περίπου 3.000 κομμάτια. Χαίρομαι να τα κοιτάω. Ιδιαίτερα τα πιο σπάνια, όπως το Gloria Maris, τη “δόξα της θάλασσας”. Κοίτα το! Δεν είναι όμορφο;».

Νίκος Πορτοκάλογλου: Πάνω που τον βρήκα, τον έχασα


«Ηταν ένας σπουδαίος μελωδός», λέει ο Νίκος Πορτοκάλογλου.

«Επί σαράντα χρόνια, οι πορείες μας –από τα γκρουπ, τη δεκαετία του ’80, στη σόλο καριέρα– ήταν παράλληλες. Μοιάζαμε πολύ: σαν αδέλφια που η ζωή τα είχε χωρίσει και δεν είχαν ακόμη συναντηθεί. Μόλις φέτος έμελλε να συνεργαστούμε για πρώτη φορά και ήταν η καλύτερη συνεργασία μου. Πάνω που τον βρήκα, τον έχασα. Είμαι κεραυνοβολημένος, νομίζω ότι βλέπω ένα κακό όνειρο και όπου να ’ναι θα ξυπνήσω. Την Παρασκευή εμφανιστήκαμε στη γενέτειρά μας, τον Βόλο. Θα ξαναβρισκόμασταν στο Ηρώδειο, την Τρίτη. Το βράδυ της Κυριακής τηλεφωνηθήκαμε για τις τελευταίες λεπτομέρειες. Ανυπομονούσε γι’ αυτό το λάιβ», λέει στην «Κ» ο Νίκος Πορτοκάλογλου.

«Ο Λαυρέντης ήταν σπουδαίος μελωδός. Σε μια από τις τελευταίες μας συναυλίες, την ώρα που κατέβαινε από τη σκηνή έχοντας μόλις ερμηνεύσει το “Μάτια δίχως λογική”, του είπα ότι αυτό το τραγούδι θα το ζήλευαν όλοι οι μεγάλοι Ιταλοί τροβαδούροι και φωτίστηκε το πρόσωπό του από χαρά. Θαύμαζα την άνεση που είχε στο να φτιάχνει υπέροχες μελωδίες, την ερμηνευτική του ποιότητα, που έβγαινε αβίαστα, καθώς και αυτό που είχε ως άνθρωπος: την καθαρότητά του. Φωνακλάς αλλά με χρυσή καρδιά, νοιαζόταν τους συνεργάτες του, ήταν τρυφερός και γλυκός με όλους. Είχε το χάρισμα να είναι οικείος, πάνω και κάτω από τη σκηνή».

Ο δημοσιογράφος Παύλος Τσίμας γνώρισε τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα μέσα από την κοινή τους αγάπη για τον Παναθηναϊκό. «Τα τραγούδια του συγκαταλέγονται στο σάουντρακ της ζωής μας. Αν κάνουμε μια λίστα με αυτά που όχι απλώς μας αρέσουν, αλλά έχουν κάποια αξία για εμάς επειδή συνδέονται με αγαπημένα πρόσωπα και σημαντικές στιγμές, θα βρούμε πολλά δικά του. Είχε ακεραιότητα, συνέπεια και ποιότητα – και ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος. Δεν τα διαφήμιζε, δεν κυκλοφορούσε στον δρόμο φωνάζοντας “δείτε πόσο σπουδαίος είμαι, πόσο συνεπή και έντιμη στάση έχω στα καλλιτεχνικά πράγματα”. Το έκανε σαν να ήταν το απλούστερο πράγμα στον κόσμο. Λυπάμαι που την επόμενη φορά που ο Παναθηναϊκός θα παίξει ένα ευρωπαϊκό παιχνίδι –όταν έρθει αυτή η ώρα– δεν θα έχω την ελπίδα ότι θα τον συναντήσω στο αεροπλάνο ή ότι θα κάθεται δίπλα μου στο γήπεδο. Θα μου λείψει το βιτριολικό χιούμορ του. Κάποτε βλέπαμε ένα ματς και ο προπονητής μας έκανε οφθαλμοφανή λάθη. Ο Λαυρέντης είχε εκνευριστεί. “Μου φαίνεται ότι εγώ έχω δει πιο πολλά παιχνίδια του Champions League από αυτόν τον άνθρωπο”, είπε».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ