ΒΙΒΛΙΟ

Οι σιωπηλές πόλεις με τους μοναχικούς ανθρώπους

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Ζορζ Σιμενόν το 1957, σε ηλικία 54 ετών. Υπήρξε από τους πλέον παραγωγικούς συγγραφείς του εικοστού αιώνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

GEORGES SIMENON
Οι δαίμονες του πιλοποιού
μτφρ.:  Αργυρώ Μακάρωφ
εκδ. Αγρα, 2019, σελ. 245

Στην παλιά πόλη Λα Ροσέλ, στις όχθες του Ατλαντικού και στον μυχό του Βισκαϊκού Κόλπου, οι ήρεμοι επαρχιακοί ρυθμοί ταράσσονται από τους διαδοχικούς φόνους γυναικών. Τα θύματα έχουν μια κάποια ηλικία και δεν υπάρχουν ίχνη σεξουαλικού εγκλήματος. Στη Λα Ροσέλ, ο Ζορζ Σιμενόν ξετυλίγει μία από τις πιο ατμοσφαιρικές ιστορίες του, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1949.

«Οι δαίμονες του πιλοποιού» δεν ανήκουν στη σειρά των ιστοριών με τον Μεγκρέ· είναι ένα από τα ψυχογραφήματα της γαλλικής επαρχίας, που ο Σιμενόν, αν και Βέλγος, γνώριζε καλά και αναπαριστούσε με πλήθος αφορμές. Η Λα Ροσέλ πρωταγωνιστεί ισότιμα όπως και όλη η πινακοθήκη των ηρώων και δευτεραγωνιστών, με κεντρικά πρόσωπα ένα αξέχαστο ανδρικό δίπολο, τον πιλοποιό Λεόν Λαμπέ και τον ραφτάκο Κασουντάς. Το 1982, ο Κλοντ Σαμπρόλ μετέφερε τους «Δαίμονες του πιλοποιού» στον κινηματογράφο με τον Μισέλ Σερό και τον Σαρλ Αζναβούρ στους κεντρικούς ρόλους. Ο Αζναβούρ, αρμενικής καταγωγής, ερμήνευσε τον ρόλο του Κασουντάς, τον επίσης αρμενικής καταγωγής ραφτάκο που από το σπίτι του, όπου ζει μια απόλυτα προβλέψιμη μικροαστική ζωή, παρακολουθεί τον πιλοποιό. Σε όλη την πόλη, μόνο ο Κασουντάς γνωρίζει ότι ο Λεόν Λαμπέ, ο ευυπόληπτος πιλοποιός, είναι ο δολοφόνος.

Αυτό το γνωρίζουν εξαρχής και οι αναγνώστες. Ο Σιμενόν στήνει έναν κλοιό που σφίγγει σταδιακά με άξονα το κλειστοφοβικό περιβάλλον της πόλης. Την περιγράφει: «Ηταν ένας δρόμος με αψίδες, όπως οι περισσότεροι παλιοί δρόμοι της Λα Ροσέλ κι έτσι τα πεζοδρόμια δεν βρέχονταν. Εμοιαζαν με παγωμένα, υγρά τούνελ, και μόνο κάπου κάπου υπήρχε ένα φως, καθώς οι στοές πίσω απ’ τις μεγάλες διπλές πόρτες των σπιτιών οδηγούσαν σε σκοτεινές εσωτερικές αυλές». Ο Λαμπέ αλλά και ο Κασουντάς συχνάζουν εκεί όπου συχνάζουν οι αστοί της πόλης, στο Καφέ ντε Κολόν, όπου συχνά, σε μια γωνιά, ο Ζαντέ, ο νεαρός αλλά λαμπρός δημοσιογράφος της τοπικής εφημερίδας, έγραφε τα κείμενά του, με εικασίες για το επόμενο βήμα του δολοφόνου-στραγγαλιστή. «Εσπρωξε την πόρτα του Καφέ ντε Κολόν και μόνο απ’ το θόρυβο και τη μυρωδιά μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν Σάββατο».
Με μια δομή σαν θεατρικό έργο, ο Σιμενόν μας οδηγεί στα εσωτερικά των σπιτιών. Στο σπίτι του ραφτάκου, όπου μένει με την οικογένειά του, και στο σπίτι του Λαμπέ, του πιλοποιού, όπου μένει με την κατάκοιτη γυναίκα του και την κοπέλα που βοηθάει. Από κάτω είναι το πιλοποιείο, με μοναδικό υπάλληλο τον Βαλαντέν, με τη συναχωμένη μύτη.

Ο Σιμενόν μας δίνει το ψυχογράφημα της πόλης των αστών και των ψαράδων, της πινακοθήκης των προσώπων αλλά και του ευυπόληπτου δολοφόνου, που κύλησε στο σκοτάδι, με τη μέθοδο της σταδιακής διολίσθησης, συνθήκη συμβατή με κάθε πτυχή φωτοσκίασης της ανθρώπινης φύσης. Το ανεπανάληπτο στυλ του Σιμενόν και το προσωπικό του υπόβαθρο μας δίνουν ένα βιβλίο υψηλής αισθητικής. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ