ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ

Μια ζωή γεμάτη παγωτό

KEIMENO: ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ

Ο Στέργιος Λάτσιος. (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΛΑΝΑΚΗΣ)

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στα 81 του, ο Στέργιος Λάτσιος, ο άνθρωπος που σύστησε στη Δυτική Μακεδονία τον «πύραυλο» και το «κυπελλάκι», εξακολουθεί να υποδέχεται τους πελάτες του στην πόρτα του μαγαζιού του.

Μία από τις πιο αγαπημένες παιδικές μου αναμνήσεις στην Πτολεμαΐδα είναι η στροφή από την οδό Μακεδονομάχων (όπου βρισκόταν το πατρικό μας) στην Καπετάν Φούφα. Κι αυτό γιατί υποσυνείδητα γνωρίζαμε ότι μας χώριζαν λιγότερα από 30 μέτρα από τη σημαντικότερη τρισύλλαβη λέξη που γνωρίζαμε τότε: παγωτό. Και συγκεκριμένα, από το αγαπημένο μας χωνάκι βανίλια, που συνήθως το είχαμε φάει πριν καν στρίψουμε πίσω στη Μακεδονομάχων. Η διαδρομή επαναλαμβανόταν πολλές φορές μέχρι το βράδυ, με την ευγενική μεσήλικη φιγούρα να γεμίζει τα χωνάκια μας και να μας κερνάει τις καινούργιες γεύσεις. Φιγούρα που φέτος συνάντησα ξανά, μετά από χρόνια, στο περίφημο κόκκινο παγκάκι της Καπετάν Φούφα. Και μου αφηγήθηκε μια ζωή γεμάτη ταξίδια, καζάνια, πειραματισμούς και επιμονή. Μια ζωή γεμάτη παγωτό.

«Γεννήθηκα στη Βλάστη το 1938. Έχω μπει στην ένατη δεκαετία της ζωής μου. Το 1945 ήρθαμε στην Πτολεμαΐδα. Αλάνες, παιχνίδια στους χωματόδρομους, αντικείμενα που έμοιαζαν με μπάλες ποδοσφαίρου. Τρία χρόνια αργότερα, έχασα τον πατέρα μου. Αλλά είχα μια μάνα-βράχο. Κάθε μέρα μάς περίμενε συσσίτιο: γάλα, κασέρι, ψωμί, σταφιδόψωμο κάποιες φορές και αμπούλες από μουρουνέλαιο. Έπρεπε να δυναμώσουμε, βλέπεις. Μπαίνω στο Γυμνάσιο και το τελειώνω με καλούς βαθμούς, κατόρθωμα για τότε. Αν κάποιος έπαιρνε 16-17 εκείνα τα χρόνια, ήταν θρύλος στα μάτια μας. Περνάω στο Οικονομικό, αλλά τα έξοδα για σπουδές δεν χωρούσαν στον προϋπολογισμό μιας οικογένειας που είχε ήδη χάσει το ένα της μέλος».

«Μένω, λοιπόν, στην Πτολεμαΐδα και αποφασίζω να ασχοληθώ με τη λέξη με την οποία γέμιζα θρανία και τετράδια: παγωτό. Ένας γνωστός με είχε βάλει να μοιράσω σε ένα πανηγύρι για χαρτζιλίκι. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα όλη τη διαδικασία από κοντά. Τότε δεν χρησιμοποιούσαν ηλεκτρικά ψυγεία, αλλά παγωνιέρες, τις λεγόμενες στόφες. Και όλη τη συντήρηση αναλάμβαναν ο πάγος και το αλάτι! Το επιχειρηματικό μικρόβιο είχε μπει για τα καλά μέσα μου. Λίγο καιρό μετά, αφότου ήρθε το ρεύμα στην Πτολεμαΐδα, με εμπιστεύτηκε ένας αντιπρόσωπος. Στόφα, πάγος και αλάτι. Αυτό ήταν το εικοσιτετράωρό μου. Έπειτα από δύο τρία χρόνια, πήρα την αποκλειστική αντιπροσωπεία της ΕΒΓΑ στην Πτολεμαΐδα, όμως με έκαιγε να κάνω κάτι δικό μου. Το 1970 βγάζω το πρώτο μου παγωτό βανίλια, με την επωνυμία “Ωμέγα”. Το συγκεκριμένο γράμμα για μένα δείχνει την τελειότητα, την ολοκλήρωση. Το όνομά μας άρχισε να ακούγεται σε όλη την περιφέρεια. Οι ανταγωνιστές μου αγόραζαν τα περισσότερα παγωτά, για να μη φαίνεται ότι το προϊόν μου κυκλοφορεί στην πόλη!» τονίζει ο κύριος Στέργιος και στέκεται στο πρώτο άτυπο δίκτυο διανομής της επιχείρησης, στον καθοριστικό ρόλο της γυναίκας του και στο ταξίδι στην Ιταλία που του άλλαξε τη ζωή.


Τουρίστες από όλο τον κόσμο ταξιδεύουν έως την Πτολεμαΐδα για ένα παγωτό «Λάτσιος».
 

Από το καζάνι στην Ιταλία

«Ξεκινήσαμε με καροτσάκια και στόφες. Έπειτα απέκτησα μια μοτοσικλέτα, με την οποία όργωνα τα χωριά. Ξεκινούσα το πρωί και γύριζα αργά το βράδυ. Είχαμε φτάσει σε σημείο να με περιμένουν στις γύρω περιοχές.  Εκείνα τα χρόνια ήταν τα πιο όμορφα, αλλά και τα πιο κουραστικά της ζωής μου. Σκέψου ότι ήμασταν δύο άτομα για την παραγωγή: εγώ και η γυναίκα μου. Συχνά με πείραζε: “Όλοι στην πόλη δουλεύουν στη ΔΕΗ κι εμείς είμαστε μέσα στα καζάνια”. Γελούσαμε. Τίποτα δεν θα είχε γίνει χωρίς εκείνη. Όταν χρειαζόταν να λείψω, ήταν εκεί. Στο μαγαζί, στην παραγωγή. Έπαιρνε την κούρσα, έβαζε πάνω κούτες και μοίραζε στα χωριά. Σε μία από τις συζητήσεις μας ένα βράδυ, αποφασίζουμε να βελτιώσουμε το προϊόν (τα παγωτά έπιαναν μετά από μέρες κρυσταλλάκι και αχρηστεύονταν), γι’ αυτό κατέβηκα σε μια έκθεση στη Θεσσαλονίκη, για να γνωρίσω τους “μαέστρους” του παγωτού, τους Ιταλούς. Μου δείχνουν μια πολυμηχανή, τη γνωστή τότε Pancolini, που είχε πάρει την ονομασία της από τον θρυλικό εργοστασιάρχη και μέγα λάτρη του παγωτού. Αποφασίζω να πάω ο ίδιος στην Ιταλία, για να δω από κοντά την επανάσταση που είχαν φέρει στη διαδικασία παραγωγής».

«Μαζεύω κάποιες οικονομίες και ξεκινάω Κυριακή μεσημέρι από τη Θεσσαλονίκη με τα περίφημα τότε λεωφορεία ΜΕΤ. Δευτέρα βράδυ, μπαίνω σε ένα ξενοδοχείο. Δεν ήξερα γρι ιταλικά και σχημάτιζα προτάσεις μέσα από ένα βιβλιαράκι της ιταλικής γλώσσας. Μου λένε το ποσό για τη διανυκτέρευση. Υπολογίζω ότι όλο μου το μπάτζετ θα εξαφανιζόταν σε τέσσερις διανυκτερεύσεις. Βγαίνω με δάκρυα στα μάτια και αρχίζω να υπολογίζω πώς θα γυρίσω στην Ελλάδα. Στο παραδίπλα μαγαζί βλέπω έναν κύριο να σκουπίζει το πεζοδρόμιο. Τραγουδούσε κάτι στα ελληνικά. Γνωριζόμαστε και μου δίνει οδηγίες για το πώς πρέπει να κινηθώ. Νοικιάζω δωμάτιο σε μια πανσιόν και το επόμενο πρωί ήμουν στην έκθεση. Συναντάω τον ίδιο τον Pancolini και μου δείχνει το πολυμηχάνημά του, που έβραζε, παστερίωνε και συντηρούσε το γάλα. Μου λέει την τιμή και αντιλαμβάνομαι ότι δεν έχω ολόκληρο το ποσό. Μου ζητάει να του αφηγηθώ την ιστορία μου. Καταλήγω ότι θέλω να φτιάξω το καλύτερο παγωτό στην Ελλάδα και δώσαμε τα χέρια. Με διευκόλυνε με τις δόσεις και με εμπιστεύτηκε όσο κανείς άλλος. Έκτοτε κάθε χρόνο πηγαινοερχόμουν Ιταλία. Γνώρισα τους σημαντικότερους παγωτατζήδες της χώρας», εξιστορεί.

Με τη μηχανή στην Πτολεμαΐδα,  το 1985, βγάζει το προϊόν που ονειρευόταν: «Παγωτά Λάτσιος». «Τους συστήσαμε το κύπελλο, το push up, τον πύραυλο, τα 4 x 4. Έρχονταν από κάθε γωνιά της χώρας για να τα δοκιμάσουν. Τουρίστες από Ολλανδία,  Αυστρία, Αυστραλία, που επισκέπτονταν τη Θεσσαλονίκη, έκαναν και ένα ταξίδι μέχρι την Πτολεμαΐδα. Σταδιακά μπήκαν στην επιχείρηση και τα παιδιά μου. Βγάλαμε κι άλλα προϊόντα, βελτιστοποιήσαμε τις εγκαταστάσεις και το μαγαζί. Κάθε μέρα στην πόρτα του θα με βρεις. Στα 81 μου. Επιβλέπω, συζητάω με τα παιδιά, δοκιμάζουμε, ακούμε τον κόσμο. Το παγωτό είναι σαν το θέατρο. Πριν από το χειροκρότημα θέλει αμέτρητες ώρες πρόβα». 
 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ