ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ρόμπερτ Φρανκ: όλη η Αμερική στα φωτογραφικά καρέ του

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Εφυγε χθες από τη ζωή ο διάσημος Ελβετοαμερικανός φωτογράφος Ρόμπερτ Φρανκ, σε ηλικία 94 ετών. Εχο-ντας μεταναστεύσει από τη δεκαετία του 1940 στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Φρανκ ανέπτυξε φιλία με τους «πατριάρχες» των Μπιτ, ενώ η οξυδερκής κοινωνική παρατήρηση και ο προβληματισμός του μεταφέρθηκαν αυτούσια στην εμβληματική συλλογή φωτογραφιών «The Americans».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το 1956 κυκλοφορεί το «Ουρλιαχτό» του Αλεν Γκίνμπεργκ. Ενα χρόνο αργότερα φτάνει και το «On the road» του Τζακ Κέρουακ, με την ιδιότυπη τριλογία να ολοκληρώνεται το 1958, όχι όμως από συγγραφέα, αλλά από έναν φωτογράφο: τον Ρόμπερτ Φρανκ. Βλέπετε, ο Ελβετοαμερικανός μάστορας της κάμερας, που έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 94 ετών, ήταν εκείνος που σε μεγάλο βαθμό απεικόνισε όσα οι λογοτέχνες φίλοι του της γενιάς των «Μπιτ» κατέγραψαν στα βιβλία τους. Το φωτογραφικό λεύκωμα «The Americans», που κυκλοφόρησε λίγο πριν την αυγή της ταραχώδους δεκαετίας του 1960, απεικονίζει με πρωτόφαντο ρεαλισμό και ευαισθησία μια άλλη Αμερική, προβεβλημένη ελάχιστα έως τότε.

Γεννημένος στην Ελβετία και ζώντας ως κοντινός παρατηρητής –αν και ασφαλής– το τέρας του ναζισμού, ο Φρανκ ανέπτυξε από μικρός ανθρωπιστικό πνεύμα και απέχθεια προς κάθε μορφή καταπίεσης, τα οποία μετέφερε μαζί του όταν μετανάστευσε στην Αμερική το 1947. Η νέα πατρίδα πρόσφερε στον Φρανκ πολλές ευκαιρίες δουλειάς, τον ξένισε ωστόσο με την άκρατη θεοποίηση του χρήματος και τον ρατσισμό που συνάντησε γύρω του. Και δεν ήταν από εκείνους που κάθονται σε ένα μέρος. Μέσα σε μία τριετία, από το 1955 έως το 1958, όργωσε όλη την αμερικανική επικράτεια, από τη Νέα Υόρκη και το Ντιτρόιτ μέχρι το Λος Αντζελες, το Χιούστον και το Μαϊάμι, με το αποτέλεσμα της περιπλάνησης να απαριθμείται σε περίπου 28.000 φωτογραφίες. Οι 83 από αυτές θα συνθέσουν τελικά το «The Americans».


«Τρόλεϊ, Νέα Ορλεάνη, 1956», ένας από τους απλούς τίτλους που συνοδεύουν τις φωτογραφίες του «The Americans». (© Robert Frank. Courtesy Pace/MacGill Gallery, New York  © Robert Frank. Courtesy Sammlung Fotostiftung Schweiz, Winterthur und Schweizerische Eidgenossenschaft, Bundesamt für Kultur, Bern)

Ηδη από το εξώφυλλο μπορεί κανείς να καταλάβει αρκετά. Εκεί, σε ένα στιγμιότυπο κάποιου τρόλεϊ της Νέας Ορλεάνης, βλέπεις ολόκληρη την κοινωνική διαστρωμάτωση, με τους λευκούς στο μπροστινό μέρος και τους Αφροαμερικανούς στη... γαλαρία. Στο εσωτερικό της συλλογής, οι φωτογραφίες συνεχίζουν στο ίδιο πνεύμα της ιδιοφυούς κοινωνικής παρατήρησης, η οποία συμπεριλαμβάνει από χώρους δουλειάς και λαϊκές γιορτές μέχρι ερωτευμένα ζευγάρια και χίπστερ της εποχής.

Δεν είναι όμως μόνο το τι απεικονίζεται, αλλά και το πώς. Ο Φρανκ μεταχειρίζεται αντισυμβατικές γωνίες λήψης, συχνά κροπάρει «λάθος» την εικόνα ή πιάνει τα πρόσωπα εξαπίνης. «Αυτό το τρελό συναίσθημα στην Αμερική, όταν ο ήλιος είναι καυτός στους δρόμους και η μουσική έρχεται από το τζουκ μποξ ή από μια κοντινή κηδεία, το έχει συλλάβει ο Ρόμπερτ Φρανκ στις εκπληκτικές φωτογραφίες του...» γράφει σε μια αντάξια της συλλογής εισαγωγή ο Τζακ Κέρουακ.

Οσο για τον Φρανκ, εκείνος συνέχισε να ζει και να εργάζεται με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο. Το 1959 σκηνοθέτησε τη μεσαίου μήκους ταινία «Pull my Daisy» σε σενάριο του Κέρουακ και πρωταγωνιστές όλον τον «Μπιτ» θίασο της εποχής. Αργότερα, το 1972, όταν ο Μικ Τζάγκερ έψαχνε ένα εξώφυλλο για το «Exile in Main St.» των Rolling Stones, που να απεικονίζει την μπάντα σαν «ομάδα παρανόμων που χρησιμοποιούν τα μπλουζ σαν όπλο κόντρα στον κόσμο, νιώθοντας μια χαρούμενη μοναξιά», απευθύνθηκε κατευθείαν στον Ρόμπερτ Φρανκ...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ