Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Πρώτος σταθμός, η κόπωση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

«Αντί να βρουν λύση ψάχνουν να βρουν ποιος έχει άδικο. Τώρα έχουν και οι δύο άδικο». Η φράση είναι από το ντοκιμαντέρ «American Factory», μια σπουδή πάνω στις πολιτισμικές αποκλίσεις (Κινέζοι - Αμερικανοί), στη σύγχρονη εργασιακή συνθήκη, στην Αμερική του Οχάιο, με αφορμή το κλείσιμο και τη, μετέπειτα, λειτουργία ενός εργοστασίου στην πόλη. Το ντοκιμαντέρ προβάλλεται εδώ και λίγο καιρό από το Netflix και η φράση είναι ενός εργαζομένου, με αφορμή κάποια διένεξη στα διευθυντικά κλιμάκια της εταιρείας.

Την ανακάλεσα διαβάζοντας τα ρεπορτάζ για τη σφοδρή αντιπαράθεση για το μετρό της Θεσσαλονίκης. Τα δεδομένα, όπως ξεδιπλώθηκαν τις τελευταίες ημέρες, μετά την αναφορά του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, είναι πολλά, και δεν είναι στην πρόθεση του άρθρου να τα παρουσιάσει. Για την οικονομία του θέματος, οι δύο πλευρές που έχουν δημιουργηθεί πρεσβεύουν οι μεν την απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν στον σταθμό Βενιζέλου, οι δε την παραμονή τους στον σταθμό. Φορείς της πόλης αλληλοκατηγορούνται, μελέτες εκατομμυρίων που έχουν ολοκληρωθεί ακυρώνονται, ρήτρες πληρώνονται για τις καθυστερήσεις, η κοινωνία αλλά και η επιστημονική κοινότητα βιώνουν έναν νέο διχασμό. Το δίλημμα φαίνεται γνώριμο: «μετρό ή/και αρχαία». Είναι όμως (μόνον) έτσι; Πάγιες παθογένειες, συμφέροντα, πολιτική και μικροπολιτική, μια συζήτηση που έχει ξεκινήσει από το 2012, λύσεις που αποφασίζονται και μετά αναιρούνται κ.ο.κ. Με μία λέξη: κόπωση. «Εχει κουραστεί ο κόσμος», επαναλαμβάνουν φίλοι Θεσσαλονικείς, όποια πλευρά κι αν υποστηρίζουν. «Φτάνει πια», λένε επαγγελματίες και καταστηματάρχες που ζουν ανάμεσα σε περιφράξεις και λαμαρίνες. Το μετρό δεν θα λειτουργήσει το 2020 ούτε το 2021. Πιθανότατα το 2023.

Και; Ποιο είναι το επόμενο βήμα; Οταν η κοινωνία κουράζεται, αποσύρεται ή θυμώνει; Αδιαφορεί ή στήνει καβγάδες; Γίνεται η αντιπαράθεση για το μετρό αφορμή για να έρθουν στην επιφάνεια δεκάδες άλλες διαφορές, καταχωμένες ή διατυπωμένες, υπόγεια ρεύματα, προθέσεις ομολογημένες και ανομολόγητες; Ανοίγει η σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης ή η οργανωμένη επιχειρηματολογία εκείνων που γνωρίζουν το θέμα, «παγώνοντας» ιδεολογικές ή άλλες διαφορές;

Το μετρό της Θεσσαλονίκης και ο αχός που σηκώθηκε είναι μέρος της εικόνας μιας εξωστρεφούς πόλης ή επιστρέφουν (αν θεωρήσουμε ότι έχουν απομακρυνθεί) φαντασιώσεις, συμπλέγματα και εντάσεις ενός κλειστού, φανατικού οπαδισμού; Εάν ξύσει κανείς τον θυμό, βρίσκεται μπροστά σε λιγότερο συνειδητές σκέψεις περί ταυτότητας και Ιστορίας. Εάν ξύσει κανείς την κόπωση, βρίσκει μπόλικη θλίψη και μαράζι. Το αίσθημα ότι υπάρχει ένα σημείο κομβικό και την ίδια στιγμή κόμπος. Θηλιά. Η επανάληψη, το λίκνισμα πάνω στις ίδιες συζητήσεις, χρόνια τώρα. Το γεγονός ότι οι ίδιες παθογένειες παρατηρούνται και στην Αθήνα και σε όλη την επικράτεια, δεν αποτελεί παρηγοριά. Η Θεσσαλονίκη θα υποφέρει περισσότερο, υπό τη σκιά εκείνου του δυσπρόφερτου, που προκαλεί αλλεργικές αντιδράσεις, προσδιορισμού, «συμπρωτεύουσα». Τα βήματα και τα «ανοίγματα» που έγιναν, ειδικά τα χρόνια της δημαρχίας Μπουτάρη, είναι αξιοσημείωτα. Αλλά οι έπαινοι και το καμάρι δεν διευκολύνουν το προβληματικό κυκλοφοριακό, το ανεπαρκέστατο συγκοινωνιακό δίκτυο. Το μετρό θα αργήσει καθώς φαίνεται. Αν δεχθούμε ότι η πόλη χρειαζόταν μετρό. Γιατί υπάρχουν και οι φωνές εκείνες που θεωρούν το εγχείρημα, εξαρχής, λάθος, μια υπόθεση διαπλεκομένων συμφερόντων.

Με την κρίση βρεθήκαμε να ζούμε, συνολικά, σε πολλούς διαφορετικούς χρόνους. Να αναβιώνει το διχαστικό παρελθόν, να καλούμαστε να βιώσουμε ένα διαρκώς ανατρεπόμενο παρόν, να βαδίζουμε τυφλοί και απαράσκευοι σε ένα απαιτητικό μέλλον. Η συνεννόηση και η συνεργασία είναι ανάμεσα στις λέξεις που γράφτηκαν και αναφέρθηκαν πολύ, πάρα πολύ. Αλλοτε ως ευχή, σπανιότατα ως διαπίστωση, συχνά ως αποτυχημένο εγχείρημα. Η εμπόλεμη συνθήκη με το μετρό της Θεσσαλονίκης παραπέμπει στη φράση από το ντοκιμαντέρ «American Factory». Οσο δεν αναζητείται λύση αλλά μόνο το «άδικο» της άλλης πλευράς, τόσο θα παγιώνεται η πεποίθηση ότι κανείς, από τους αρμοδίους, δεν ενδιαφέρεται για τη Θεσσαλονίκη. Τόσο η κόντρα θα περιορίζεται στα κέντρα εξουσίας ενώ, στην πραγματικότητα, η κόπωση θα εξουσιάζει την πόλη. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ