ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Από τότες οι τρεις αυτοί συναγωνίζονται ποιος θα καταλύσει πρώτος τον ωραίο Κόσμο, που για μια στιγμή τον έχουμε κι ύστερα τον χάνουμε όλα εμείς τα πλάσματα της Στιγμής, που μας τρώει η Φθορά και μετά από λίγα Χρόνια ξαναγυρίζουμε μες το Κενό».
Νάνος Βαλαωρίτης, «Η γέννηση του Κόσμου», περιοδικό «Πάλι», τεύχος 4, 1965.

Οσοι τον γνώρισαν έχουν να λένε για τον ακαταπόνητο δημιουργό και διανοούμενο, που μέχρι τα βαθιά του γεράματα συνέχιζε να γράφει, να παρεμβαίνει στη δημόσια ζωή, να διαβάζει και να ενημερώνεται διαρκώς με βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες, που κάλυπταν κάθε γωνιά στο σπίτι του στο Κολωνάκι. Ο Νάνος Βαλαωρίτης, ποιητής και δημιουργός του πρωτοποριακού λογοτεχνικού περιοδικού «Πάλι», έφυγε από τη ζωή το βράδυ της περασμένης Πέμπτης σε ηλικία 98 ετών, έχοντας συνδεθεί με ορισμένους από τους σπουδαιότερους ανθρώπους των γραμμάτων του 20ού αιώνα. 

Γεννημένος το 1921 στη Λωζάννη της Ελβετίας, μεγάλωσε στη Γερμανία και στην Αθήνα, στο σπίτι της Πατριάρχου Ιωακείμ όπου έζησε μέχρι το τέλος. Γιος του διπλωμάτη Κωνσταντίνου Βαλαωρίτη και δισέγγονος του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο νεαρός Νάνος συναντήθηκε με την ποίηση του Καβάφη σε ηλικία 14 ετών και δημοσίευσε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Νέα Γράμματα» το 1939. Στην Κατοχή, το πατρικό του χωρίστηκε στα δύο: το μισό επιτάσσεται από τις γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις και στο άλλο μισό οργανώνονται κρυφά αντιστασιακές συγκεντρώσεις.

Το 1944 έφυγε με προορισμό το Κάιρο και ύστερα από ένα μεγάλο ταξίδι, πρώτα μέχρι το Χαλέπι της Συρίας και μετά στον Λίβανο, φτάνει στην πρωτεύουσα της Αιγύπτου όπου γνωρίζει τον Σεφέρη. Από εκεί φεύγει για το Λονδίνο, όπου σπουδάζει αγγλική λογοτεχνία και μπαίνει στον κύκλο του Τ. Σ. Ελιοτ, του Ντίλαν Τόμας και του Γ. Χ. Οντεν. Μεταφράζει στα αγγλικά τον Σεφέρη, τον Ελύτη και άλλους Ελληνες ποιητές της γενιάς του ’30, όπως ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος και ο Γκάτσος, και κάνει τον πρώτο του γάμο.

Το 1954 αναχωρεί για το Παρίσι, συνεχίζει τις σπουδές του και γνωρίζει τη μέλλουσα γυναίκα του, την Αμερικανίδα ζωγράφο Μαίρη Ουίλσον (1922-2017). Εκεί έρχεται σε επαφή με τον υπερρεαλιστή συγγραφέα Αντρέ Μπρετόν, για τον οποίο θα πει σε συνέντευξή του στην «Κ» (17/1/2010) ότι ήταν ισχυρή αλλά επικίνδυνη προσωπικότητα: «Γιατί μπορούσε να γίνει αρνητικός, να σε εκμηδενίσει, να σε ακυρώσει. Ηταν επικίνδυνη η φιλία μαζί του και πρέπει να πω ότι ένα διάστημα ήμασταν φίλοι. Αλλά ανακάλυψα ότι πολύ συχνά ήταν άδικος και επηρεαζόταν από τις αυλές που είχε γύρω του. Ο Ελιοτ είχε κάτι ανάλογο, αλλά ήταν εκδότης συγχρόνως. Ηταν πολύ συμπαθητική φυσιογνωμία, καταδεκτικός και με πολύ χιούμορ».

«Τετράδιο αναζητήσεων»

Το 1960 ο Νάνος Βαλαωρίτης επιστρέφει στην Ελλάδα και διευθύνει το «Πάλι», ένα «τετράδιο αναζητήσεων» όπως ήταν ο υπότιτλος του λογοτεχνικού περιοδικού, με το οποίο συντάσσονται και γράφουν οι Κώστας Ταχτσής, Δημήτρης Πουλικάκος, Πάνος Κουτρουμπούσης, Μαντώ Αραβαντινού, Εύα Μυλωνά, Νικόλαος Κάλας. Στο προοίμιο της πρώτης έκδοσης του περιοδικού η επιτροπή του γράφει: «Η τέχνη και η σκέψη ήταν, είναι και θα είναι ριψοκίνδυνη υπόθεση». 

Μετά την επικράτηση της χούντας, ο Νάνος Βαλαωρίτης φεύγει στην Αμερική και από το 1968 έως το 1993 δίδαξε λογοτεχνία και δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο. Εκεί έγινε φίλος με τον ποιητή και εκδότη Λόρενς Φερλινγκέτι, ο οποίος εξέδωσε έργα του Βαλαωρίτη στον ανεξάρτητο εκδοτικό οίκο City Lights, που ήταν γνωστός από τα ποιήματα του Αλεν Γκίνσμπεργκ της γενιάς των beat ποιητών, τον οποίο είχε γνωρίσει ο Νάνος Βαλαωρίτης.

Το 1993 επέστρεψε στην Αθήνα και από το σπίτι του στο Κολωνάκι συντόνιζε όλες τις δραστηριότητές του και την έκδοση της «Συντέλειας» (1989-1995), την οποία εξέδιδε με τον ποιητή Ανδρέα Παγουλάτο, και την επανέκδοσή της ως «Νέα Συντέλεια» το 2004. Μιλώντας στην «Κ» το 2010 για το τοπίο της ελληνικής ποίησης έλεγε ότι «το κύριο ρεύμα είναι ένας μοντερνισμός φθαρμένος και επαναληπτικός», ενώ ξεχώριζε ποιητές της γενιάς του ’70, όπως Λευτέρης Πούλιο, Νατάσα Χατζηδάκη, Παυλίνα Παμπούδη, Μιχαήλ Μήτρας, Ανδρέας Παγουλάτος, Κατερίνα Γώγου.

Ο ίδιος επηρεάστηκε στην ποίησή του από τον υπερρεαλισμό και στο έργο του δεν απέφυγε αλλά επιδίωξε τον πειραματισμό. Ποιητικά του έργα εκδίδονται από το 1947 σε ελληνικούς και ξένους οίκους. Συνεργάστηκε κυρίως με τις εκδόσεις Ικαρος, Υψιλον, Καστανιώτη, ενώ η τελευταία του ποιητική συλλογή, «Στο υποκυάνιο μάτι του Κύκλωπα», κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός το 2015.

Το 1959 αρνήθηκε να παραλάβει το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1982 και με το βραβείο της Αμερικανικής Εταιρείας Ποίησης. Το 2006 η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε με το βραβείο Ουράνη για το ποιητικό του έργο, ενώ την ίδια χρονιά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας του απένειμε τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος Τιμής. Το 2009 τιμήθηκε με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. 


Ακουαρέλα του Δημήτρη Χαντζόπουλου.
Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ