ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην έρημο Black Rock της Νεβάδας δεν επιβιώνει κανένα είδος ζωής. Δεν υπάρχουν κάκτοι ή θάμνοι ή κουνούπια. Τίποτα, παρά χιλιόμετρα και χιλιόμετρα μιας επίπεδης ερήμου που τον χειμώνα καλύπτεται από νερό. Σε αυτό το απόκοσμο τοπίο, «που θυμίζει ταυτόχρονα Mad Max, Star Wars, ταινίες του Ντέιβιντ Λιντς, του Θόδωρου Αγγελόπουλου και του Λικ Μπεσόν», ο 43χρονος Ρωμανός Γεροδήμος, αναπληρωτής καθηγητής Παγκόσμιας Επικαιρότητας και Δημοσιογραφίας στο τμήμα Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου του Bournemouth, έζησε αυτό το καλοκαίρι δέκα μέρες που του άλλαξαν τη ζωή.

«Η πρώτη φορά που άκουσα για το Burning Man ήταν πριν από μερικά χρόνια από τον σύντροφό μου, τον Αντώνη, ο οποίος ήθελε πολύ να πάει», λέει στην «Κ» ο Ρωμανός. «Τελικά, το 2017 τα κατάφερε και πήγε με έναν φίλο μας. Εγώ δεν ακολούθησα και αρχικά δεν είχα ούτε την πρόθεση ούτε την επιθυμία να πάω. Δεν έβλεπα τον λόγο να θέσω τον εαυτό μου σε αυτή τη δοκιμασία. Βλέποντας, όμως, τον αντίκτυπο που είχε στον Αντώνη η εμπειρία αυτή και ακούγοντας τις αναλυτικές περιγραφές του –που τελικά αποδείχθηκαν πολύ πιο ακριβείς από αυτά που συνήθως ακούγονται για το Burning Man στη λαϊκή κουλτούρα και στα ΜΜΕ– σταδιακά πείστηκα να το δοκιμάσω». Θα γνωρίζετε αυτό το ριζοσπαστικό, σίγουρα σουρεαλιστικό και κάπως ψυχεδελικό καλλιτεχνικό φεστιβάλ που λαμβάνει κάθε χρόνο χώρα σε μια pop-up κωμόπολη στη μέση του πουθενά, μια πόλη που στους «έξω» μοιάζει με κάτι μεταξύ Disneyland και Sin City, για να αποτολμήσουμε κι εμείς μια περιγραφή. Φέτος, στις 25 Αυγούστου μια κοινότητα 75.000 ανθρώπων «συναρμολογήθηκε» και οργανώθηκε στο σημείο αυτό του χάρτη, για να εξαφανιστεί στις 3 Σεπτεμβρίου από προσώπου γης.


Στην έρημο της Νεβάδας η θερμοκρασία την ημέρα ξεπερνάει τους 40 βαθμούς Κελσίου, ενώ το βράδυ πέφτει στο μηδέν.

Εχοντας inside information, ο Γεροδήμος πήγε καλά προετοιμασμένος. Οπως λέει, η συμμετοχή στο φεστιβάλ απαιτεί σοβαρή και συστηματική προεργασία μηνών. Δεν είναι μόνο η εξασφάλιση εισιτηρίων και η μετάβαση στην έρημο της Νεβάδας, με τον απαραίτητο εξοπλισμό (σκηνή, υπνόσακους, μάσκες, φώτα, φακούς κ.λπ.). Οι συμμετέχοντες πρέπει να έχουν μεριμνήσει για την ενοικίαση ποδηλάτου (όλες οι μετακινήσεις στην αχανή έκταση γίνονται με ποδήλατο) και για τις προμήθειες της επιβίωσης σε άγριες συνθήκες επί δεκαήμερο. «Στο Burning Man δεν υπάρχει ρεύμα, τρεχούμενο νερό ή φαγητό, ούτε φυσικά σήμα κινητού ή πρόσβαση στο Ιντερνετ. Μεταξύ άλλων, πρέπει να προμηθευτείς από εκατοντάδες λίτρα νερό και φαγητό μέχρι φάρμακα και είδη πρώτης ανάγκης. Στη συγκεκριμένη έρημο υπάρχει μηδενική υγρασία. Την ημέρα η θερμοκρασία ξεπερνάει τους 40 βαθμούς Κελσίου. Το βράδυ συχνά πέφτει στο μηδέν. Η σκόνη της ερήμου εισχωρεί παντού και είναι εξαιρετικά αλκαλική που σημαίνει ότι μακροπρόθεσμα διαβρώνει και καταστρέφει οτιδήποτε υλικό, όπως τις ηλεκτρονικές συσκευές. Ολα τα σημεία του σώματος θέλουν συνεχή ενυδάτωση, μέχρι και λουτρά με ξίδι, ώστε να αποκαθίσταται το ph του σώματος. Η ανεπαρκής προετοιμασία μπορεί να είναι επικίνδυνη για τη ζωή και μία από τις 10 θεμελιώδεις αρχές του Burning Man είναι η ριζική αυτάρκεια». Μια άλλη αρχή είναι: δεν αφήνεις κανένα ίχνος. «Δεν πρέπει να πέσει ούτε μία σταγόνα νερό στο χώμα. Η επιβίωση του θεσμού εξαρτάται από τον απόλυτο, τον ακραίο σεβασμό του φυσικού περιβάλλοντος. Αυτό απαιτεί προσεκτική διαχείριση του νερού, τροφίμων, απορριμμάτων, κ.λπ.», εξηγεί ο Ρωμανός. Το φεστιβάλ, επίσης, βασίζεται στον εθελοντισμό. Απαγορεύεται διά ροπάλου το να αγοράζεις, προωθείς ή πουλάς το οτιδήποτε. Τα πάντα δωρίζονται και μοιράζονται.

Ο «ναός»

Οι αντιξοότητες ήταν πολλές, όμως ούτε για μία στιγμή δεν αμφισβήτησε την απόφασή του να ζήσει σε αυτή τη δεκαήμερη καλλιτεχνική κατασκήνωση (φέτος αναπτύχθηκαν περισσότερα από 400 installations και φωτισμένα γλυπτά γιγαντιαίας κλίμακας στην αχανή έρημο). «Από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή που είσαι μέσα σε αυτή την κοινότητα νιώθεις ότι είσαι σπίτι σου γιατί το Burning Man βγάζει τα καλύτερα στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. Ουσιαστικά, σου επιτρέπει να επιστρέψεις στην παιδική σου ηλικία, να ζήσεις μια ουτοπική μορφή μιας εφηβείας που μπορεί να μην έζησες ποτέ». Το αγαπημένο του σημείο σε αυτό το παράξενο μέρος ήταν το λεγόμενο Temple of Direction, ένα προσωρινό κτίσμα που χρησιμοποιείται ως χώρος διαλογισμού, μετάνοιας, συγχώρεσης, εσωτερικής γαλήνης, στο οποίο πολλοί αφήνουν φωτογραφίες, σημειώματα ή προσωπικά αντικείμενα για να τιμήσουν αγαπημένα τους πρόσωπα που έχασαν. «Το Temple του Burning Man είναι ουσιαστικά αυτό που θα έπρεπε να είναι οι ναοί των θρησκειών σε έναν ιδανικό κόσμο. Ενα άσυλο φωτός, απόλυτης αποδοχής και επικοινωνίας, όχι χώρος αποκλεισμού, σκοταδισμού και κηρυγμάτων μίσους». Στο τέλος του φεστιβάλ, όλοι συγκεντρώνονται γύρω από τον Ναό για να παρακολουθήσουν την καύση του. «Είναι μία εμπειρία που προκαλεί δέος. Αντιλαμβάνομαι ότι όλα αυτά ακούγονται αρκετά new age και νεραϊδοπαρμένα. Κι εμένα η αντίδρασή μου τέτοια ήταν μέχρι που το έζησα ο ίδιος. Πρέπει να πω ότι ήταν από τις πιο καθοριστικές εμπειρίες της ζωής μου γιατί εκεί βιώνεις έμπρακτα την κοινή μοίρα των ανθρώπων».

Τον Ιανουάριο, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος το βιβλίο του Ρ. Γεροδήμου «Ανταποκρίσεις απ’ τον 21ο αιώνα», με κείμενα από οδοιπορικά και ταξίδια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ