Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Η τιμή της Δούκισσας και οι γενναίοι χωρικοί

Κύριε διευθυντά
Στην «Κ»της 4ης Σεπτεμβρίου 2019, ο κ. Αντώνης Βενέτης αναφέρεται στην περιπέτεια της ληστείας της Δούκισσας της Πλακεντίας, της Σοφίας Μπαρμπουά Λεμπρέν, που συνέβη μια Κυριακή του θέρους του 1846 στην Πεντέλη (πρβλ. και Δημ. Γρ. Καμπούρογλου: Η Δούκισσα της Πλακεντίας (1785-1854), σ. 142 κ.ο.κ.) με κύριο εμπνευστή τον λήσταρχο Μπίμπιση, που της ζητούσε άμεσα να του δοθούν 100. 000 τάληρα ως λύτρα.

Φυσικά, η Δούκισσα δεν είχε μαζί της τόσα χρήματα και επινόησε ένα σχέδιο αργοπορίας καταβολής των χρημάτων. Ομως η έγκαιρη επέμβαση των χωρικών της Αττικής –Χαλανδραίων και Μαρουσιωτών αγροτών της περιοχής– έσωσε την κατάσταση, διαλύοντας τη ληστοσυμμορία.

Μέχρι τις ημέρες μας οι γεροντότεροι Μαρουσιώτες διηγούνται με κληρονομική έφεση το επεισόδιο στους απογόνους τους και επιθυμούν να περνούν και από τα κτίσματά της στην Πεντέλη, αφού και οι πρόγονοί τους δούλεψαν ως χτίστες στις οικοδομές της αγαπημένης τους «Ντουκέσσας». Σήμερα, ακόμη μία οικοδομή της παραμένει ατελείωτη, «το φυλάκιο», που θα μπορούσε αποπερατούμενο να στεγάσει κάποιο χρήσιμο δημόσιο κτίριο, π.χ. ένα μουσείο της σχολικής εκπαίδευσης της χώρας μας ή ένα αγροτο-γεωργικό ή ποιμενικό μουσείο εργαλείων κ.λπ., και να μη διατρέχει τον κίνδυνο να περιέλθει σε αλλότριες καιροσκοπικές ιδιωτικές προθέσεις, αφού και άλλοτε μας είχε απασχολήσει το θέμα αυτό (εφημ. «Βήμα» 3-4-1994, «Ελευθεροτυπία» 5-4-1994, «Αμαρυσία» φ. 1238-1994).

ΔημΗΜ. Σ. Μασουρης, Σχολ. σύμβουλος Φιλολόγων επίτ.


«...Τω 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν όπου ήκουα κατ’ εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας. Μικρός εζωγράφιζα Αγίους, είτα έγραφα στίχους, και εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας...». Η λιτή αυτοβιογραφική νύξη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη εικονογραφεί και τον ασκητικό του βίο, μονήρη, καθολικά αφτιασίδωτο, τη συγκατοίκηση με την πενία, τη φθοροποιό αφειδώλευτη συντροφιά καπνού και οίνου, που μαζί με την εξοντωτική πνευματική δουλειά και τον εθισμό στο ξενύχτι κατέτρωγαν τα θεμέλια της ζωής του. Με την άλω της θρησκευτικότητας να τον προστατεύει, θαμώνας του σκιόφωτος, υπέκυψε για μια στιγμή στον πειρασμό της κοσμικότητας επιτρέποντας στον φίλο Παύλο Νιρβάνα να τον απαθανατίσει. Παραδίπλα ένα γκαρσόνι λαγοκοιμόταν, ένας γέροντας αντλούσε ήλιο, δυο λουστράκια έπαιζαν. Η παρουσία τους επιβάρυνε με ευθύνη τον κυρ Αλέξανδρο, φοβήθηκε μήπως ενοχληθούν από τη φωτογράφιση στρέφοντας τα μάτια τους σ’ αυτόν. Το διακόνημα που επέλεξε ήταν να πορεύεται κατά το δυνατόν απαρατήρητος.

«Nous excitons la curiosité du public» (*) – Ο Σκιαθίτης, ο Νιρβάνας και η ιστορική φωτογραφία

Kύριε διευθυντά
Yπακούοντας στον λόγο του ποιητή: πάντα «μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη…», ένα ευωδιαστό κείμενο, όπου ο Παύλος Νιρβάνας περιγράφει την ιστορική πρώτη φωτογράφιση, από τον ίδιο, του Αλ. Παπαδιαμάντη. Μια θυσία της αγιότητάς του στη ματαιότητα των εγκοσμίων. «Ενα κείμενο, που δυστυχώς μόνο ως παπαδιαμαντικό χριστουγεννιάτικο μπορεί να δημοσιευθεί και να διαβαστεί. Ετσι σαν κάτι διαφορετικό, σαν ένα ξεκουραστικό διάλειμμα, χαριτωμένο ίσως, μεταξύ των τόσων “σπουδαίων” που περιλαμβάνει η καθημερινότητά μας». Από τη «Νέα Εστία» (1933):

(…) Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ’ τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβήσει για πάντα η οσία μορφή του. Αλλά ο αγνός αυτός χριστιανός, με την ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. «Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα», ήταν η άρνησή του και η απολογία του (…)
Στη συνέχεια ο Νιρβάνας περιγράφει με τι «δόλια και αμαρτωλά μέσα, προφάσεις κ.λπ.» είχε καταφέρει να αποτραβήξει τον μεγάλο διηγηματογράφο μας ώς την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει μπροστά στον φακό του. (...) Να «ποζάρει» είναι ένας λεκτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση, απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία (...)

(...) Αλλά ο Αλέξανδρος ήταν βιαστικός, να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει –ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος– να μιλεί γαλλικά: «Nous excitons la curiosité du public». Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του… κοινού! Ποιου κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος που λιαζότανε στην άλλη γωνία του μαγαζιού, και δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα (...) Αυτό ήταν το κοινό, που δεν ήθελε να ενοχλήσει ο Παπαδιαμάντης. Κι αυτή ήταν η διαπόμπευσή του, στην οποία βιαζόταν να δώσει τέλος.
«Nous excitons la curiosité du public»: Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η ταπεινή φράση σήμερα για εμάς, τους φιλάρεσκους, τους αγκαλιασμένους με την κάμερα, τους διαβρωμένους από την υπερέκθεση και την κοινωνική ασημαντότητα;

Μια φράση, άγνωστή μας εντελώς βεβαίως, που θα έπρεπε να είχε γίνει σημαία μας, οδηγός κοινωνικού φέρεσθαι, αγνοήθηκε παντελώς, ως άκρως ενοχλητική, αποτρεπτική ενός τοξικά αλληλο-προκλητικού τρόπου ζωής, που τόσο λατρέψαμε και που μας έφερε εδώ που είμαστε.

(*) (Ας μην) ερεθίζουμε την περιέργεια του κοινού.

Γιωργος Ι. Κωστουλας, Βούλα

Ο Κλεμανσό πρόεδρος; Οχι κύριοι, όχι, ποτέ

Κύριε διευθυντά
Σε δημοσιευθείσα επιστολή στην «Κ» (φύλλο της 07-09-2019, σελ. 8), υπό τον τίτλο: «Τσώρτσιλ, Κλεμανσό και περί κομμουνισμού», ο επιστολογράφος, αναφερόμενος στον Κλεμανσό, διατείνεται ότι υπήρξε, μετά την πρωθυπουργία του, πρόεδρος της Γαλλίας. Αυτό δεν είναι ακριβές. Και τούτο, διότι στις εκλογές της 17ης Ιανουαρίου 1920, για την ανάδειξη προέδρου της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας, ηττήθηκε από τον Πολ Ντεσανέλ, που ανήκε στους Προοδευτικούς Ρεπουμπλικανούς. Μερικές λεπτομέρειες για την εκλογή αυτή και τις συνέπειές της.

Η νέα Εθνοσυνέλευση, που προέκυψε από τις εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1919 (Βουλή του «γαλάζιου ορίζοντα», με ισχυρή παρουσία των ομάδων της Δεξιάς), ήταν εκείνη που θα ψήφιζε τον διάδοχο του Ραϊμόν Πουανκαρέ στην Προεδρία. Ο Κλεμανσό, πρωθυπουργός στην περίοδο αυτή, υπέθεσε εσφαλμένα ότι θα είχε την υποστήριξή της, αφού πολλά από τα μέλη της ήταν πρώην επιστρατευμένοι. Προσδοκούσε την ψήφο τους ως ο ηγέτης της Νίκης. Ομως, οι πολιτικοί δεν του συγχώρησαν ότι τους είχε αποκλείσει όχι μόνον από τη διεύθυνση του πολέμου κατά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών (Γερμανία, Αυστροουγγαρία) αλλά, το και σπουδαιότερο, τους είχε αποκλείσει και από τις διαπραγματεύσεις της ειρήνης.

Ετσι, ο και επονομαζόμενος «Τίγρης» (le Τigre), ο άνθρωπος που συνέβαλε αποφασιστικά στη συμμαχική νίκη κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και συνέτεινε σημαντικά στη διατύπωση της Συνθήκης των Βερσαλλιών, που μεταξύ των άλλων αποφάσισε την προσάρτηση της Αλσατίας – Λωρραίνης, εκ νέου, στη Γαλλία, ο Ζορζ Κλεμανσό, δεν εξελέγη πρόεδρος. Αμέσως μετά την ήττα του υπέβαλε την παραίτηση της κυβερνήσεώς του και απομακρύνθηκε από όλες τις άλλες πολιτικές δραστηριότητές του.

Τη σύντομη θητεία του νικητή της προεδρικής αυτής εκλογής Πολ Ντεσανέλ (ο πρώτος που ανέλαβε αυτό το αξίωμα χωρίς να έχει προηγούμενη κυβερνητική εμπειρία), σημάδεψε η κυβερνητική αστάθεια. Η επιδείνωση της υγείας του τον ανάγκασε να παραιτηθεί ύστερα από επτά (7) μόλις μήνες από την εκλογή του. Τον διαδέχθηκε ο Αλεξάντρ Μιλεράν ως 11ος πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Ιωάννης Κ. Θεοδωρόπουλος, Δικηγόρος

Οι Κύπριοι πολεμιστές, ο σοφός φιλόλογος

Κύριε διευθυντά
Είναι Σάββατο πρωί και ο γράφων σουλατσάρει περιχαρής στη Φωκίωνος Νέγρη, προσπαθώντας να επιλέξει κάποιο διαχρονικό στέκι της περιοχής για το καθιερωμένο καφεδάκι.

Ανάμεσα σε αθλητικά πρωτοσέλιδα, πηχυαίους τίτλους από οικονομικά ένθετα και πυκνούς καπνούς τσιγάρων, αχνοφαίνεται ο κύριος Φώτης. Είναι ο παλιός μας φιλόλογος, ο οποίος δεν χάνει την ευκαιρία να σχολιάζει, μέσω λογοπαιγνίων, πτυχές (ενίοτε δυσανάγνωστες) της πολιτικής επικαιρότητας. Ως συνήθως, ο συνταξιούχος εκπαιδευτικός είναι βυθισμένος σε κάποιο βιβλίο και κρατάει σημειώσεις μετά μανίας. Με την παραδοχή ότι «δεν ενοχλώ», παίρνω την πρωτοβουλία και στρογγυλοκάθομαι στο τραπέζι του. Επειτα από μισό λεπτό ήδη επεξεργάζομαι το έντυπο αφιέρωμα της εφημερίδας «Μακεδονία» (10/02/2013) σχετικά με τη συμμετοχή Ελλήνων ομογενών στους Βαλκανικούς Πολέμους, στο πλευρό της Μητρός Ελλάδος. Ενθυμούμενος ο δάσκαλος την καταγωγή μου, κάνει θερμή αναφορά στους εκ Κύπρου εθελοντές που συμμετείχαν σε αυτόν τον καθοριστικό και νικηφόρο πόλεμο, του οποίου η επέτειος έναρξης είναι η 5η Οκτωβρίου. Πρόκειται για 1.800 περίπου Κύπριους άνδρες που έσπευσαν, χωρίς κάποια ιδιαίτερη στρατιωτική εκπαίδευση, να λάβουν «θέσεις μάχης» στη Θεσσαλονίκη, στα Γιάννενα, στα Καϊλάρια (Πτολεμαΐδα), στο Σαραντάπορο… Ανάμεσά τους ήταν και ο δήμαρχος Λεμεσού Χριστόδουλος Σώζος, ο οποίος φονεύθηκε κατά την πολιορκία του Μπιζανίου στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία (06/12/1912). Λίγο πριν φύγει από την πανέμορφη πόλη του έγραψε, μεταξύ άλλων, στη σύζυγό του Ερμιόνη… (ο κύριος Φώτης ανασύρει σχεδόν τελετουργικά μια φωτοτυπία από τον παλιομοδίτικο χαρτοφύλακά του και με προκαλεί να αναγνώσω μεγαλοφώνως):

«Ημείς έχομεν καθήκοντα τα οποία ουδεμία δύναμις, ουδέν φίλτρον πρέπει να τα εμποδίζη από του να ενασκώνται. Αν είμεθα ηγέται των υποδούλων λαών, οφείλομεν διά του παραδείγματός μας και της θυσίας μας να τους παιδαγωγώμεν, όπως και εκείνοι γίνωσιν άνθρωποι συναισθανόμενοι τα καθήκοντά των...». (Χριστόδουλος Σώζος, Οκτώβριος 1912).

«Γιάννη, όπως μας τα λες, μόνο ένας Σώζος μας σώζει!» είπε χαριτολογώντας και χαμογέλασε γλυκά ο πάντα ετοιμόλογος κύριος Φώτης. Μια δυσδιάκριτη βαθιά πίκρα ανέβλυζε από το βλέμμα του παλιού κι αγαπημένου δασκάλου...

Ιωαννης Μιχαηλ Μιχαλακοπουλος, Κυψέλη

Από την εγκατάλειψη, τόπος αναψυχής

Κύριε διευθυντά
Στις πρόσφατες εξαγγελίες της κυβέρνησης περιλαμβάνεται και η αξιοποίηση, επιτέλους, του πρώην βασιλικού κτήματος και θερινών ανακτόρων στο Τατόι ως τόπου ιστορίας, πολιτισμού, αναψυχής και ενδεχομένως φυτικής και ζωικής πρωτογενούς παραγωγής υπό την εποπτεία του υπουργείου Πολιτισμού. Το τεράστιο κτήμα στους πρόποδες της Πάρνηθας, αν δεν κάνω λάθος περί τα 40 χιλιάδες στρέμματα, περιλαμβάνει τεράστια δασική έκταση, τα θερινά ανάκτορα και συνοδεύοντα κτίρια, αγρούς και εγκαταστάσεις φυτικής και ζωικής παραγωγής όπως ελαιώνες, αμπελώνες, λαχανόκηποι και ανθόκηποι, ποιμνιοστάσια, στάβλοι, οινοποιείο, ελαιουργείο, βουτυροκομείο και άλλα. Ολα τα παραπάνω εγκαταλελειμμένα και απόλυτα βανδαλισμένα επί περίπου 50 συνεχή χρόνια (1968-2019) και παρά την εξαγορά του κτήματος έναντι 13,2 εκατ. ευρώ που κατέβαλε το ελληνικό Δημόσιο στην τέως βασιλική οικογένεια το 2003. Κατά την περίοδο 1980-1984, έπειτα από αίτημα προς την Επιβλέπουσα Επιτροπή του Κτήματος Τατοΐου και τη σχετική έγκριση που δόθηκε, χρησιμοποιήθηκαν οι δύο μεγάλοι και απομονωμένοι ελαιώνες του κτήματος από τον υπογράφοντα, ερευνητή τότε του Ινστιτούτου Βιολογίας του Κέντρου Φυσικών Ερευνών «Δημόκριτος», για την πειραματική εφαρμογή νέων μεθοδολογιών καταπολέμησης εντόμων, φιλικών προς το περιβάλλον χωρίς τη χρήση χημικών εντομοκτόνων. Πέραν της παραπάνω περιόδου κατά την οποία μου δόθηκε η ευκαιρία να διατρέξω το κτήμα επανειλημμένα, το επισκέφτηκα ξανά δύο φορές τα πιο πρόσφατα χρόνια, μετά την εξαγορά του από το Δημόσιο. Κατά τις παραπάνω επανειλημμένες επισκέψεις μου από το 1979 και μετά, διαπίστωσα ότι στη δυτική απόληξη του κτήματος σε λόφο δάσους υψηλών κυπαρισσιών, υπήρχε μεγάλος ναός και πλήθος τάφων της βασιλικής δυναστείας του Γεωργίου Α΄, 1863-1974. Μια περίοδος ιστορίας της χώρας 111 ετών με έξι βασιλείς αλλά και ενδιάμεσες περιόδους δημοκρατίας και δικτατορίας. Ο χώρος του παραπάνω βασιλικού νεκροταφείου ήταν επίσης εγκαταλελειμμένος και βανδαλισμένος, με πολλούς σταυρούς και γράμματα επί των τάφων να έχουν αφαιρεθεί προφανώς για πώληση των μετάλλων. Αυτά τουλάχιστον μέχρι την τελευταία επίσκεψή μου στο κτήμα πριν από 7-8 χρόνια. Δεν γνωρίζω αν ο παραπάνω λόφος ταφής της τέως βασιλικής οικογενείας αποτελεί μέρος της αγοράς του 2003 από το ελληνικό Δημόσιο ή ανήκει ακόμα στην τέως βασιλική οικογένεια ή κάπου αλλού. Ασχέτως τούτου όμως, οι χώροι ταφείς προσώπων που είχαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία της χώρας θα έπρεπε να έχουν καλύτερη συντήρηση και ευπρεπή παρουσία. Αλλωστε από αρχαιοτάτων χρόνων τα έθιμα των πολιτισμένων λαών διδάσκουν ότι και οι νεκροί δικαιούνται αξιοπρεπή έξοδο από τη ζωή. Ελπίζω έπειτα από μισόν αιώνα εγκατάλειψης και βανδαλισμών το τέως βασιλικό κτήμα και θερινό ανάκτορο να αξιοποιηθούν πλήρως σε τόπο ιστορίας, πολιτισμού, ίσως πρότυπο πρωτογενούς γεωργικής παραγωγής και κυρίως σε έναν μεγάλο πνεύμονα πρασίνου και τόπο αναψυχής για τους κατοίκους της πολύπαθης Αττικής.

Οικονομόπουλος Α. Π., Ομότιμος καθηγητής Παν/μίου Κρήτης, Τμήμα Βιολογίας

Ενας πρωτεργάτης του εξηλεκτρισμού

Κύριε διευθυντά
«Εφυγε» από κοντά μας πριν από λίγες ημέρες ένας εξαιρετικός άνθρωπος και μηχανικός, ο Φοίβος Αμπαριώτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα, στη γειτονιά του Βύρωνα, το 1924. Παιδί πολυμελούς οικογένειας προσφύγων από τη Σμύρνη πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια και ακόμα πιο δύσκολα εφηβικά μέσα στην Κατοχή.
Χαρισματικό μυαλό και επιμελής μαθητής κατάφερε να μπει στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στο τμήμα Μηχανολόγων - Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, το 1942. Το 1950, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του και έχοντας ενδιαμέσως ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία, προσελήφθη στην ΗΕΑΠ (Ηλεκτρική Εταιρία Αθηνών-Πειραιώς). Προς το τέλος της δεκαετίας του 1950 επελέγη από τη διοίκηση της ΗΕΑΠ για να παρακολουθήσει ένα από τα πρώτα μεταπτυχιακά προγράμματα διοίκησης επιχειρήσεων στη Μεγάλη Βρετανία. Συνέχισε τη σταδιοδρομία του στη ΔΕΗ απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε το 1982, αφήνοντας ένα λαμπρό έργο και τη φήμη ενός εξαιρετικού μηχανικού και διευθυντού καίριων μονάδων της επιχείρησης. Φήμη που τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή.

Υπήρξε από τους πρωτεργάτες του εξηλεκτρισμού της Ελλάδος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο που ακολούθησε. Μαζί με τους συναδέλφους του της ΗΕΑΠ και της ΔΕΗ συνέβαλαν έτσι ουσιαστικά στην ανόρθωση της χώρας και στη ραγδαία οικονομική της ανάπτυξη. Είχε τη φήμη αυστηρού αλλά και δίκαιου ανθρώπου. Δίπλα του μαθήτευσαν πολλοί μηχανικοί και ενέπνεε τον σεβασμό και την εκτίμηση στους νεότερους. Ανελάμβανε πάντοτε στο ακέραιο την ευθύνη των ενεργειών του και των υφισταμένων του. Η ΔΕΗ ήταν το δεύτερο σπίτι του. Την υπηρέτησε με επαγγελματισμό και αυταπάρνηση. Μετά την αποχώρησή του από τη ΔΕΗ ασχολήθηκε ως σύμβουλος με την ηλεκτροκίνηση σιδηροδρόμων, αφήνοντας και στον τομέα αυτό τη φήμη ενός εξαίρετου συνεργάτη και γνώστη των τεχνικών θεμάτων.

Στην προσωπική του ζωή ο Φοίβος Αμπαριώτης ήταν ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων με προσεκτικά επιλεγμένες αλλά πολύ στενές σχέσεις με φίλους. Εξω από τα στενά υπηρεσιακά πλαίσια υπήρξε ενός πολύτιμος φίλος και για τους συνεργάτες του και υφισταμένους του, τους οποίους φρόντιζε να συγκεντρώνει συχνά στο σπίτι του και τους οποίους περιέβαλε με αγάπη και εκτίμηση. Ακούραστος αναγνώστης βιβλίων και με πολλές καλλιτεχνικές ανησυχίες, ζωγράφισε μερικούς πολύ όμορφους πίνακες. Εξαιρετικός οικογενειάρχης, έζησε 60 όμορφα χρόνια γάμου με την αγαπημένη του σύζυγο Ελπη και ευτύχησε να δει τα παιδιά του και τα εγγόνια του να προοδεύουν.

Εμείς οι παλαιοί συνάδελφοί του και φίλοι του τον αποχαιρετίζουμε με την πεποίθηση ότι το πνεύμα του θα βρίσκεται πάντα ανάμεσά μας.

Σταυρος Μαστραντωνης, Μηχανολόγος - Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, τ. διευθυντικό στέλεχος ΗΕΑΠ/ΔΕΗ
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ