ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ*

Οι γραμμές στο χέρι του

ΚΟΣΜΟΣ

Ο Αμερικανοελβετός φωτογράφος Ρόμπερτ Φρανκ (1924-2019) αποτύπωσε όσο κανένας άλλος την κρυμμένη πραγματικότητα της Αμερικής της δεκαετίας του ’50.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Τώρα που ο Φρανκ πέθανε, κατάλαβα πως πεθαίνουν όλοι. Γεννήθηκε το 1924 στη Ζυρίχη και μετά τον πόλεμο έφυγε με πλοίο για τη Νέα Υόρκη, κουβαλώντας σαν μοναδικό διαβατήριο μια σειρά από σαράντα φωτογραφίες. Δούλεψε για χρόνια σε περιοδικά μόδας, ενώ παράλληλα ταξίδεψε στη Λατινική Αμερική και στην Ευρώπη, σαν προετοιμασία για το μεγάλο αμερικανικό ταξίδι που θα έκανε στα μέσα της δεκαετίας του ’50, φωτογραφίζοντας το άγνωστο πρόσωπο των Ηνωμένων Πολιτειών: η άλλη όψη της Αμερικής, μια πλευρά που ήταν κρυμμένη, μα έμοιαζε πως περίμενε τη μικρή μηχανή του Ρόμπερτ Φρανκ για να εμφανιστεί.

Οπως συμβαίνει στις περιπτώσεις των σπουδαίων έργων, το μυθικό «The Americans» (1958) αποτύπωσε ένα πεδίο πιο ευρύ, πιο βαθύ: την απάτητη όχθη των πραγμάτων, τα σύνορα της φωτογραφικής τέχνης που δεν είχαν ακόμα εξερευνηθεί και κυρίως τη ζωή, τ’ αόρατα κόκαλά της. Οι ογδόντα ασπρόμαυρες φωτογραφίες του λευκώματος παραμένουν φρέσκες, επειδή συνεχίζουν ν’ αποδεικνύουν πως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Τα σπίτια αλλάζουν, τα ρούχα αλλάζουν, τα μοντέλα των αυτοκινήτων αλλάζουν, μα όχι το ανθρώπινο βλέμμα, τα μάτια.

Παρόλο που ο Φρανκ έγινε γνωστός με τους «Αμερικάνους», αλλά και το πρώτο του φιλμ «Pull My Daisy» (1959) –ένα κινηματογραφικό ενθύμιο από τη γενιά των μπιτ–, αποφάσισε ν’ αναποδογυρίσει τον εαυτό του, λες και ήθελε να ξενιτευτεί ξανά. Αφού αφιερώθηκε για μία δεκαετία στο σινεμά –«The Sin of Jesus» (1961), «Me and My Brother» (1968)–, χώρισε, μετακόμισε από τη Νέα Υόρκη κι απομονώθηκε με την καινούργια του σύντροφο στο Μάμπου του Καναδά, για να ξεκινήσει εκεί τη δεύτερη περίοδο της δουλειάς του· την αναπόφευκτα προσωπική, τη μοιραία οδυνηρή.

Ο Φρανκ βίωσε τη χειρότερη τραγωδία που θα μπορούσε να τύχει σε άνθρωπο. Εχασε την κόρη του σε αεροπορικό δυστύχημα και είκοσι χρόνια αργότερα τον γιο του, ταλαιπωρημένο από τις ψυχιατρικές κλινικές. Τούτα τα δύο γεγονότα τον καθόρισαν, τον τσάκισαν. Μπορεί οι φωτογραφίες της δεκαετία του ’50 να είναι η προσφορά ενός μεγάλου φωτογράφου, ωστόσο το μεταγενέστερο έργο του είναι εξίσου σημαντικό, επειδή πρόκειται για τις εικόνες ενός διαλυμένου άνδρα: πολαρόιντ, φιλμ, βίντεο θέτουν συνεχώς τις ίδιες μπανάλ ερωτήσεις, μονότονα. Τι είναι φιλία; Τι είναι αγάπη; Τι είναι απώλεια; Και μάλιστα όλα αυτά φτιαγμένα μέσα στα λίγα τετραγωνικά μέτρα ενός ακατάστατου δωματίου, με τα πεταμένα ρούχα, τα σκονισμένα αναμνηστικά, τις εκτυπώσεις και τα βιβλία να εμποδίζουν τον Φρανκ να εργαστεί. Να το επιτρέπουν.

«Χαίρομαι που βρήκα την κάμερά μου», λέει στην εισαγωγή του «Τhe Present» (1996), με τον δίσημο τίτλο. Ενας καλός λόγος για να ξεκινήσεις μια ταινία, όταν συνήθως οι σύγχρονοι σκηνοθέτες σπαταλούν τον καιρό τους αναζητώντας χρηματοδότηση. Ειλικρινά, δεν ξέρω πόσες φορές έχω δει αυτό το εικοσάλεπτο βίντεο, περισσότερες φορές από οποιαδήποτε άλλη ταινία. Εφόσον είναι ταινία, εφόσον είναι κάτι.

Στην πραγματικότητα, η φιλμογραφία του Φρανκ –ειδικά μετά τη δεκαετία του ’80– δεν αποτελείται ακριβώς από ταινίες. Εχουν γυριστεί από κάποιον που δεν τον ενδιαφέρει να κινηματογραφεί σωστά, που δεν ξέρει να χειρίζεται επιμελώς την κάμερα, μα ξέρει ν’ αναπνέει πίσω από την κάμερα. Είναι οικογενειακά άλμπουμ, ημερολογιακές εγγραφές, έχουν την αμεσότητα των σπιτικών βίντεο και κανείς δεν θα τους έδινε σημασία αν δεν προέρχονταν από τον δημιουργό των «Αμερικάνων». Μάλλον θα είχαν ήδη εξαφανιστεί, θα ήταν αγνοούμενα. «Home Improvements» (1985), «Moving Pictures» (1994), «True Story» (2004/2008): σημειώνω τούτα τα ονόματα σαν να είναι λυγμοί από ένα ατέλειωτο μοιρολόι, ανάσες κατάφασης, τσιμπήματα αγωνίας.

Σε αντίθεση με τον Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν, ο Φρανκ δεν πίστευε τόσο στην αποφασιστική στιγμή. Δεν θεωρούσε πως πρέπει να παραφυλάς το συμβάν, όπως ένας κυνηγός το θήραμά του, για να το αιχμαλωτίσεις. Πίστευε στη φωτογραφική διαθεσιμότητα. Αν κρατάς την κάμερα και υπάρχει το κατάλληλο φως, πυροβολείς. Διαφορετικά, συναντάς έναν φίλο, τρως ένα πιάτο φαΐ, κόβεις ξύλα ή κάνεις έρωτα στις τέσσερις το πρωί. Αλλωστε, όπως επέμενε να δηλώνει: «Κοιτάζω έξω για να δω μέσα».

Οι εικόνες οφείλουν ν’ ακολουθούν τις γραμμές στο χέρι, να είναι η προέκτασή τους – για να κάνω μια νύξη στο δεύτερο και πολύ σημαντικό του λεύκωμα «The Lines of My Hand» (1972): μια αναδρομή με φωτογραφίες από τις πρώιμες λήψεις στην Ελβετία, στις περιπλανήσεις του στο Περού και στην Ισπανία, μέχρι τους δρόμους της Αμερικής και τα πανοραμικά κολάζ με τη θέα της θάλασσας στο νέο του σπίτι. Ενα βιβλίο για το πεπρωμένο, τη ροή.

Ο Φρανκ είχε πάντα τον μαγικό τρόπο να ανακατεύει τις φωτογραφίες του λες και ήταν τραπουλόχαρτα, μια τράπουλα με τυπωμένες εικόνες από τις εποχές που είχε ζήσει. Στα βιβλία του συνήθιζε να μοντάρει τις πρόσφατες φωτογραφίες του δίπλα σε παλαιότερο υλικό, το οποίο ανακύκλωνε εμμονικά, θυμίζοντας μια προσωπική εξομολόγηση δίχως τέλος. Τα φωτογραφικά του λευκώματα ήταν δοκιμές. Οχι πως τον ενδιέφερε η τελειότητα. Προτιμούσε τη ζωτικότητα του μικρού λάθους, την αναγκαιότητά του.

«Εγινα διάσημος. Και λοιπόν;» αναρωτιέται ο Φρανκ, ενώ βλέπουμε στις ταινίες του τη γλύπτρια Τζουν Λιφ, τη γυναίκα του, να γερνάει, τα παιδιά του να μεγαλώνουν και να πεθαίνουν, ο ίδιος να βαραίνει, τη θάλασσα να φουσκώνει επικίνδυνα και τις ίδιες λέξεις, συχνά χαραγμένες πάνω στις φωτογραφίες του, να επαναλαμβάνονται σαν προσευχή: φόβος, μόνος, χιόνι, σιωπή.

Τα τελευταία χρόνια συνεργαζόταν με τον εκδοτικό οίκο του Γκέρχαρντ Στέιντλ, αφήνοντας πίσω του μια χούφτα λεπτά βιβλία με φωτογραφίες, πολαρόιντ, ποιήματα. Απαλά ίχνη μιας καθημερινότητας που τη Δευτέρα έφτασε στο τέλος της. Κρίμα. Ο ίδιος πλησίαζε τα 95, όμως το μάτι του δεν είχε γεράσει καθόλου.  Ο Φρανκ δεν ήταν φωτογράφος, δεν ήταν κινηματογραφιστής, δεν ήταν καλλιτέχνης. Ηταν μια μεζούρα ηθικής που, όταν οι καταστάσεις πίεζαν, την τραβούσες για να μετρήσεις το ύψος σου, κι όταν έχανες κάθε ελπίδα, άνοιγες ένα βιβλίο του για να ησυχάσεις. Ενας παντοτινός δάσκαλος. Δεν χαίρομαι καθόλου που έγραψα τη νεκρολογία του.

* O κ. Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου είναι συγγραφέας. Το μυθιστόρημά του «Ιάκωβος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες. 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ