Σεραφείμ Κωνσταντινίδης ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Αρχίζει χορός εξαγορών στις επιχειρήσεις

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σε έντονο γύρο εξαγορών και συγχωνεύσεων εισέρχεται η ελληνική επιχειρηματική αγορά, καθώς διαμορφώνεται ευνοϊκή συγκυρία στην οποία συμπίπτουν όλες σχεδόν οι αναγκαίες προϋποθέσεις.

Η μακροχρόνια κρίση της ελληνικής οικονομίας, όπως ήταν αναμενόμενο, δημιούργησε μια «γενιά» επιχειρήσεων που βρέθηκαν με σοβαρά έως και αξεπέραστα προβλήματα. Ορισμένες βρέθηκαν εκτεθειμένες σε υπερβολικό δανεισμό, άλλες έχασαν απότομα πωλήσεις και έσοδα, χωρίς να μπορούν να τα αντικαταστήσουν με εξαγωγές. Παλιές αδυναμίες που καλύπτονταν στις «καλές εποχές» με αύξηση πωλήσεων, ανατιμήσεις ή δάνεια, ήρθαν στην επιφάνεια με ένταση.

Το πρώτο εξάμηνο του 2019, που σχηματικά μπορούμε να θεωρήσουμε τέλος της κρίσης, δεν ήταν καλό, όπως πολλοί περίμεναν. Η αύξηση του ΑΕΠ ήταν κατώτερη των προσδοκιών, η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης ήταν μηδενική, η αύξηση των εξαγωγών αγαθών συνέβαλε μόλις κατά 0,3% στο ΑΕΠ, πολύ χαμηλότερα από το προηγούμενο διάστημα, αλλά και οι εξαγωγές υπηρεσιών στις οποίες περιλαμβάνεται ο τουρισμός ήταν περιορισμένες. Η στασιμότητα της ιδιωτικής κατανάλωσης δείχνει και μείωση του όγκου των λιανικών πωλήσεων, δεν οφείλεται δηλαδή στη μείωση των τιμών και αφορά «δυναμικούς» κλάδους όπως παροχή υπηρεσιών, εστίαση, ξενοδοχεία.

Οι ελπίδες κάποιων «να σωθούν» με ένα καλό εξάμηνο, που θα επέτρεπε τη διαχείριση των υποχρεώσεων κ.λπ., δεν επιβεβαιώθηκαν. Ο χρόνος πλέον μετράει εις βάρος τους και τους υποχρεώνει να λάβουν τις δύσκολες αποφάσεις που οι περισσότεροι μετέθεταν προς το μακρινό μέλλον.

Από την άλλη πλευρά, οι τράπεζες βιάζονται. Πολλά χρόνια επιβιώνουν υπό το βάρος μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αδυνατούν να δώσουν νέα δάνεια, επειδή δεν διαθέτουν τα ανάλογα κεφάλαια και χωρίς νέα δάνεια δεν υπάρχει έσοδο από τόκους. Εχουν βέβαια σχεδόν μηδενίσει το επιτόκιο που προσφέρουν στους καταθέτες και συνεπώς περιορίζουν τα έξοδά τους. Δεν αρκεί όμως για να βελτιώσουν την κερδοφορία, καθώς σχεδόν τα μισά δάνεια που χορήγησαν στο παρελθόν δεν εξυπηρετούνται και δεν φέρνουν έσοδα. Μεγάλο μέρος της κερδοφορίας τους προκύπτει λογιστικά από τους φόρους που δεν θα πληρώσουν τα επόμενα χρόνια!

Οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να απαλλαγούν από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και θα τα πωλήσουν εισπράττοντας 20%-30% της αξίας τους. Οι εταιρείες που αγοράζουν τα δάνεια θα προσπαθήσουν να εισπράξουν περισσότερα από το ποσοστό που έχουν καταβάλει και θα κάνουν τη «σκληρή» δουλειά. Πιθανότατα θα παραμερίσουν –όπως μπορούν– τους παλαιούς ιδιοκτήτες και θα πωλήσουν ό,τι έχει αξία από τις εταιρείες ή τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησαν. Παράλληλα, οι τράπεζες αναζητούν επενδυτές που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν (μικρό) μέρος των παλιών δανείων και να αποκτήσουν τις εταιρείες.

Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ το φάντασμα της ύφεσης πλανάται πάνω από την ευρωπαϊκή οικονομία, και όχι μόνον. Οι κεντρικές τράπεζες και κυβερνήσεις προσπαθούν να μειώσουν τα επιτόκια προσφέροντας ρευστότητα στην οικονομία. Μέρος της ρευστότητας αυτής θα χρηματοδοτήσει τον νέο γύρο εξαγορών και συγχωνεύσεων.

Και στην ελληνική αγορά. Οταν τα επιτόκια καταθέσεων αλλά και οι αποδόσεις των ομολόγων είναι σχεδόν μηδενικά, κάποιοι αναλαμβάνουν επιχειρηματικό ρίσκο που υπόσχεται καλύτερες αποδόσεις.

Στην Ελλάδα υπάρχει μια επιπλέον ευνοϊκή σύμπτωση. Επειτα από δεκαετή κρίση και μια πενταετία λαϊκισμού και πειραμάτων, υπάρχει νέα κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση που δεν φιλοδοξεί να αλλάξει την Ευρώπη, αλλά να αλλάξει τη χώρα. Να φέρει επενδύσεις, να επιταχύνει την ανάπτυξη, να μειώσει τη φορολογία, να αναβαθμίσει την εκπαίδευση, να αυξήσει την απασχόληση. Η επιστροφή στην κανονικότητα του αυτονόητου, υπόσχεται ευκαιρίες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ