Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Αντώνης Λιβάνης: Φράχτες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Αν κοιτάξει κάποιος το βιογραφικό του Αντώνη Λιβάνη δεν θα βρει πουθενά ένα κανονικό χαρτοφυλάκιο. Ο εκλιπών σταδιοδρόμησε στη γενική πολιτική –όπως λέμε γενική χειρουργική– χωρίς ειδικότητες.

Ωστόσο, αυτή η έλλειψη εφαρμοσμένης πολιτικής συνδυάστηκε με ένα πλεόνασμα ισχύος, σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Λιβάνης να θεωρείται μεταπολιτευτικό αρχέτυπο της φαιάς υψηλότητας. Απόδειξη ότι το όνομά του χρησιμοποιούνταν ως ιδιότητα: Ο τάδε, έλεγαν για κάποιον έμπιστο συνεργάτη του εκάστοτε αρχηγού, «είναι ο Λιβάνης του».

Μπορεί κανείς να αποδώσει ένα μέρος αυτής της ισχύος σε εκ των υστέρων μυθοποιήσεις. Το ημίφως πάντα υποθάλπει την –ούτως ή άλλως, ζωηρή– φαντασία των μεταπρατών της μικροπολιτικής. Ιδίως το παρελθόν του ΠΑΣΟΚ ταυτίζεται για τον πολιτικοδημοσιογραφικό κόσμο που έζησε την παντοδυναμία του με τη χρυσή νιότη. Γι’ αυτό και η ανάμνησή του συνίσταται σε ένα πλέγμα από εξωραϊσμούς και παραφουσκωμένες εξιδανικεύσεις.

Λιβάνηδες, πάντως, δεν ήταν εύκολο να υπάρξουν μετά τον Λιβάνη. Οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτον, γιατί δεν υπήρξαν Παπανδρέου μετά τον Παπανδρέου – παρά μόνον κατ’ όνομα Παπανδρέου.

Δεν υπήρξε αυτό το δεσποτικό μοντέλο όπου ο αφηρωισμένος αρχηγός διαχέει τη χάριν του διά του ιερατείου. Τον Λιβάνη τον έλεγαν «σκιά» του Ανδρέα. Το μέγεθος του πολιτικού ίσκιου είναι ανάλογο του φωτιζόμενου σώματος.

Οι Λιβάνηδες δεν ευδοκιμούν και για τον επιπλέον λόγο ότι έχει πια αλλάξει το μιντιακό περιβάλλον. Η έκθεση της πολιτικής στην εικοσιτετράωρη δημοσιότητα είναι τέτοια που
δεν της αφήνει πολύ χώρο για λιβανισμούς στο παρασκήνιο.

Οχι ότι η έκθεση έκανε την πολιτική αναγκαστικά πιο διαφανή. Απλώς οι παράγοντες του σημερινού παρασκηνίου δεν μπορούν να προσδοκούν μια σταδιοδρομία τόσο μακρά όσο του Λιβάνη. Οι σκιές εξατμίζονται γρήγορα.

Αν όμως υπάρχει κάτι συστημικό που έχει χαθεί από την εποχή του Λιβάνη είναι το πεδίο συνεννόησης μεταξύ των αντίπαλων πολιτικών δυνάμεων. Δεν υπάρχει εκείνο το minimum καλής πίστης που επέτρεπε στον έμπιστο του ενός αρχηγού να συνομιλεί με τον ομόλογό της άλλης παράταξης και να πετυχαίνει συνεννοήσεις που ενίοτε υπερέβαιναν τον συγκυριακό κομματικό ανταγωνισμό.

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτοί οι συμβιβασμοί της πίσω πόρτας δεν είναι κάτι που αξίζει να νοσταλγούμε. Οι συναινέσεις, όπου χρειάζονται, πρέπει να διαμορφώνονται ανοιχτά. Ομως, φαίνεται ότι δεν έχουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Η πρόσφατη κατάχρηση ακόμη και της εξωτερικής πολιτικής ως όπλου για τον διχασμό και την παραπλάνηση των αντιπάλων έχει εγκαταστήσει ένα φράχτη δικαιολογημένης καχυποψίας μεταξύ των μεγάλων κομμάτων και μεταξύ των προσώπων. Και αυτή η κληρονομιά δεν είναι κάτι που ξεπερνιέται εύκολα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ