ΕΛΛΑΔΑ

Ντιμπέιτ πανεπιστημιακών για τα ΑΕΙ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια της υπουργού Νίκης Κεραμέως, η οποία έχει δηλώσει ότι οι αλλαγές θα αποτυπωθούν σε νόμο έως το τέλος του 2019, θεωρείται το πρώτο και το πλέον καθοριστικό κρας τεστ στις σχέσεις της νέας κυβέρνησης με τα ΑΕΙ (στη φωτ. το Πανεπιστήμιο Αθηνών). ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΛΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το περιεχόμενο της νέας σελίδας των πανεπιστημίων καλούνται να γράψουν οι Eλληνες πανεπιστημιακοί. Το περίγραμμα των προτάσεων της νέας ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας οδηγεί σε άρδην αλλαγή του τοπίου, με μεταρρυθμίσεις σε σειρά  θεμάτων· ενδεικτικά, από τον τρόπο εισαγωγής των αποφοίτων λυκείου στα ΑΕΙ, τον αριθμό των εισακτέων, τη διοίκηση, την αξιολόγηση και τη χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων, την οργάνωση σπουδών, την αξιοποίηση των κονδυλίων από την ερευνητική τους δραστηριότητα, έως τη διαγραφή των φοιτητών που καθυστερούν υπερβολικά τις σπουδές τους. 
 
Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια της υπουργού Νίκης Κεραμέως, η οποία έχει δηλώσει ότι οι αλλαγές θα αποτυπωθούν σε νόμο έως το τέλος του 2019, θεωρείται το πρώτο και το πλέον καθοριστικό κρας τεστ στις σχέσεις της νέας κυβέρνησης με τα ΑΕΙ. «Το εύρος και το είδος των θεμάτων που ετέθησαν ως ερωτήματα γεννούν μια αισιοδοξία για σημαντική διαφοροποίηση των όρων λειτουργίας του ελληνικού πανεπιστημίου, καθώς περιλαμβάνονται πολλά από τα ζητήματα που το ταλαιπωρούν εδώ και αρκετά χρόνια» ανέφερε, μιλώντας στην «Κ», ο πρύτανης του Παν. Κρήτης, Οδυσσέας Ζώρας. Βέβαια, ποιος ξεχνά την αντίδραση των ΑΕΙ όταν ο νόμος του 4009 του 2011 επιχείρησε να... σπάσει αυγά και ισορροπίες εντός των ΑΕΙ, φέρνοντας για παράδειγμα ένα νέο σύστημα διοίκησης και οργάνωσης σπουδών; 
 
Μάλιστα, η επαναφορά των Συμβουλίων που περιλαμβάνεται στην πρόταση της κ. Κεραμέως, έστω και με άλλες αρμοδιότητες σε σχέση με τον νόμο του 2011 –τότε καθιερώθηκαν αλλά καταργήθηκαν επί ΣΥΡΙΖΑ–, δείχνει να διχάζει την πανεπιστημιακή κοινότητα, όπως καταγράφεται και από τις θέσεις πανεπιστημιακών, των οποίων η «Κ» ζήτησε σήμερα προτάσεις για αλλαγές στα ΑΕΙ.
 
Από την άλλη, η ένταση των πιθανών αντιδράσεων των ομάδων φοιτητών εντός των ΑΕΙ κατά την έναρξη της ακαδημαϊκής χρονιάς τον Οκτώβριο, και η αντιμετώπισή τους θα δώσει το στίγμα των προθέσεων της κυβέρνησης αλλά και της πλειονότητας των πανεπιστημιακών να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση.
 
Οδυσσέας Ζώρας, Καθηγητής Ιατρικής, πρύτανης Παν. Κρήτης: Ευθύνη της πολιτείας το καλό δημόσιο ΑΕΙ
 
Διαχρονικά, οι ρυθμίσεις που έφερναν οι προηγούμενοι υπουργοί ήταν όλο και πιο λεπτομερείς, όλο και πιο δυσλειτουργικές και μερικές φορές απελπιστικά πρόχειρες. Ο έλεγχος του υπουργείου Παιδείας γινόταν όλο και στενότερος ως προς τις διαδικασίες χωρίς ποτέ να ενδιαφέρεται για το αποτέλεσμα ή την ποιότητα του παραγόμενου έργου. Ηλθε η ώρα αυτό να αλλάξει. Η αυτονομία των Ιδρυμάτων θα πρέπει να τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν τη στρατηγική τους και να κριθούν (ή και να χρηματοδοτηθούν) σε σχέση με το παραγόμενο αποτέλεσμα. Η Ευρωπαϊκή Ενωση Πανεπιστημίων έχει δημοσιεύσει τους ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες στους οποίους στηρίζεται η χρηματοδότηση των δημόσιων ΑΕΙ από το κράτος. Ας υιοθετήσουμε ένα τέτοιο σύστημα και ας αφήσουμε τα πανεπιστήμια να βρουν μόνα τους τις κατάλληλες διαδικασίες ώστε να επιτύχουν τον καλύτερο συνδυασμό των αποτελεσμάτων. Οι προληπτικοί έλεγχοι, τα γραφειοκρατικά εμπόδια και οι συνεχείς καθυστερήσεις ούτε την αποτελεσματικότητα αυξάνουν, ούτε τη διαφθορά καταστέλλουν.
 
Εχει γίνει μεγάλη συζήτηση για την ίδρυση ιδιωτικών ΑΕΙ. Δεν υπάρχουν πειστικά παραδείγματα χωρών στις οποίες η λειτουργία των ιδιωτικών ιδρυμάτων βελτίωσε τα δημόσια, αντιθέτως παντού στον κόσμο η λειτουργία καλών δημόσιων πανεπιστημίων δίνει τον τόνο στην ποιότητα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αλλά για να το κάνουν αυτό πρέπει να θέσουν εκείνα τους στόχους τους, να αξιοποιήσουν τα πλεονεκτήματά τους και να συμφωνήσουν με την πολιτεία για τα παραδοτέα της δραστηριότητάς τους. Η πολιτεία έχει χρέος να παρακολουθεί την ποιότητα, την τήρηση της νομιμότητας και κανόνων ασφαλείας αλλά και τις επιδόσεις των ΑΕΙ και να κρίνει πού αποδίδει περισσότερο η επένδυση του δημόσιου χρήματος.
 
Βάσω Κιντή, Καθηγήτρια Φιλοσοφίας, ΕΚΠΑ: Να αναβαθμίσουν τον ρόλο τους οι φοιτητές
 
Τι χρειάζεται να αλλάξει στα πανεπιστήμια; Πολλά! Θα ξεχώριζα τρία.
 
Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να αποκατασταθεί το ακαδημαϊκό περιβάλλον. Να λείψουν η βία και η αυθαιρεσία. Το κακώς εννοούμενο άσυλο καταργήθηκε, αλλά είναι ευθύνη πρωτίστως των πανεπιστημιακών αρχών, και όχι της αστυνομίας, να διασφαλίσουν ένα περιβάλλον φιλόξενο για μελέτη που θα προάγει την έρευνα.
 
Δεύτερον, το κέντρο της προσοχής πρέπει να είναι οι φοιτητές: να έχουν σύγχρονα πιστοποιημένα προγράμματα σπουδών, τα οποία να συγκροτούνται με βάση τις απαιτήσεις του αντικειμένου και όχι διευθετήσεις ή τις προσωπικές επιθυμίες των καθηγητών· να έχουν καθηγητές που ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους και αξιολογούνται.
Τρίτον, να δοθεί μεγαλύτερη ελευθερία και συγχρόνως ευθύνη στα πανεπιστήμια. Να σχεδιάζουν τα προγράμματά τους, προπτυχιακά και μεταπτυχιακά, ελληνόγλωσσα και ξενόγλωσσα, να διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους και να αναμορφώνουν τη δομή τους, να αξιοποιούν την περιουσία τους αλλά κυρίως το ακαδημαϊκό δυναμικό τους, τη γνώση που παράγουν και τους ανθρώπους που εκπαιδεύουν. Αυτό σημαίνει ενίσχυση της αυτοδιοίκησης και της σχέσης με την αγορά.
 
Ομως, το υπουργείο Παιδείας και η κυβέρνηση δεν πρέπει να απεμπολήσουν την ευθύνη της υψηλής εποπτείας, διότι τα δημόσια πανεπιστήμια ανήκουν στον ελληνικό λαό. Δεν ανήκουν στις πανεπιστημιακές αρχές ή στους καθηγητές τους. Γι’ αυτό, εκτός από τα εσωτερικά όργανα λογοδοσίας που πρέπει να δημιουργηθούν, π.χ. Συμβούλια με εξωτερικά μέλη και σοβαρές αρμοδιότητες, εποπτικές και ελεγκτικές, και οι ίδιοι οι φοιτητές, το πιο ανιδιοτελές κομμάτι της ακαδημαϊκής κοινότητας, πρέπει επιτέλους να εκλέξουν τους εκπροσώπους τους όπως προβλέπει ο νόμος, δηλαδή με καθολική ψηφοφορία χωρίς διαμεσολάβηση κομματικών παρατάξεων, ώστε να έχουν άμεση γνώση για το Ιδρυμα που φοιτούν και υπεύθυνο λόγο για τα θέματά τους.
 

Στέλιος Κώτσιος, Καθηγητής και πρόεδρος στο τμήμα Οικονομικών, ΕΚΠΑ: Δύο προτάσεις για ομαλή ολοκλήρωση σπουδών

 
Το καθαρά ελληνικό φαινόμενο των αιωνίων φοιτητών έχει προέλθει από τη μη κατάργηση χαριστικών διατάξεων άλλων εποχών με «ειδικές» συνθήκες, όταν οι συνθήκες αυτές εξέλιπαν. Συσχετίζεται επίσης με το θέμα των εισαγωγικών εξετάσεων. Δύσκολη εισαγωγή, άρα αδιανόητη διαγραφή. Οι αιώνιοι φοιτητές δεν αποτελούν διδακτικό πρόβλημα, αλλά επηρεάζουν τους δείκτες αξιολόγησης των ΑΕΙ και κυρίως δημιουργούν φοιτητική κουλτούρα απαξίωσης των σπουδών. Το προτεινόμενο σύστημα του ν+2 για την ολοκλήρωση των σπουδών, έχει τα εξής προβλήματα:
 
• Θέτει σε αγχωτική κατάσταση μεγάλο αριθμό φοιτητών, δεδομένου ότι ο μέσος χρόνος φοίτησης σε πολλά τμήματα υπερβαίνει κατά πολύ το ν+2.
 
• Επειδή κανένας καθηγητής δεν θα τολμήσει να κόψει-διαγράψει φοιτητή που χρωστάει μερικά μαθήματα για το πτυχίο, ουσιαστικά  καταργούνται κάποια από αυτά. Πολλοί φοιτητές θα αφήνουν για το τέλος τα δύσκολα μαθήματα, ώστε να τύχουν μεγάλης επιείκειας, ενόψει της διαγραφής τους.
 
Εναλλακτικά, προτείνουμε δύο συστήματα. Στο πρώτο, ο φοιτητής έχει παράταση χρόνου αντίστοιχη με τον αριθμό μαθημάτων που έχει περάσει. Π.χ. αν έχει περάσει τα 30 από τα 40 απαιτούμενα για το πτυχίο μαθήματα, του δίνονται 7 χρόνια (4 +3/4 του 4). Το σύστημα αυτό επιβραβεύει τον φοιτητή που μελετά, μειώνει το άγχος, βάζει τους φοιτητές από την αρχή σε ρυθμό και απαλλάσσει τους διδάσκοντες από την «υποχρεωτική» επιείκεια. Στο δεύτερο, υπολογίζεται ο μέσος όρος των τελικών βαθμών όλων των μαθημάτων κάθε ακαδημαϊκού έτους. Αν σε δύο συνεχόμενες χρονιές, ο μέσος όρος είναι μικρότερος του 5, ο φοιτητής διαγράφεται. Ετσι, οδηγείται ο φοιτητής να οργανώνει τις σπουδές του από την αρχή, ενώ έχει και σημαντικούς βαθμούς ελευθερίας. 
 

Σπύρος Γεωργάτος, Καθηγητής Ιατρικής, αντιπρύτανης Παν. Ιωαννίνων: Συμβούλια Ιδρύματος: μια άλλη προοπτική

Στη νέα εποχή, τα δημόσια ΑΕΙ χρειάζεται να γίνουν πιο ανοικτά στην κοινωνία, αλλά και πιο ορθολογικά στον τρόπο λειτουργίας τους. Το πανεπιστήμιο «επόμενης γενιάς» θα πρέπει να διαθέτει εξειδικευμένες δομές, που θα μελετούν συστηματικά την πορεία των αποφοίτων μετά τη λήψη του πτυχίου τους, την ακαδημαϊκή απόδοση των φοιτητών σε σχέση με το προφίλ των εισακτέων, τον ειδικότερο ρόλο του κάθε Ιδρύματος στη γεωγραφική του περιοχή και τις προοπτικές εξωτερικής χρηματοδότησης. Ολα αυτά αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για να γίνεται σωστά ο στρατηγικός σχεδιασμός των Ιδρυμάτων και να αποφεύγονται οι ερασιτεχνισμοί. Παρά τις επιφανειακές ομοιότητες, τα Συμβούλια Ιδρύματος που θεσμοθετήθηκαν με τον ν.4009/11 δεν έχουν καμία σχέση (ούτε οργανωτικά, ούτε λειτουργικά) με τις παραπάνω δομές. Στο ελληνικό περιβάλλον, τα Συμβούλια εργαλειοποιήθηκαν πλήρως, μετατρεπόμενα σε μηχανισμούς αποκλεισμού των «ετεροδόξων» και σε παράκεντρα εξουσίας, που ανταγωνίζονταν τις πρυτανικές αρχές.

Παροιμιώδης υπήρξε επίσης η έλλειψη εξοικείωσης πολλών μελών των Συμβουλίων με στοιχειώδη οικονομοτεχνικά και νομοτεχνικά ζητήματα, που είχε ως συνέπεια την αδυναμία παραγωγής συγκεκριμένου έργου.

Η επαναφορά αυτού του θεσμού (ή κάποιας παραλλαγής του) δεν υποδηλώνει μεταρρυθμιστική διάθεση εκ μέρους του υπουργείου Παιδείας, αλλά αμηχανία και ενδεχομένως ρεβανσισμό απέναντι στην προηγούμενη πολιτική ηγεσία. Ανεξάρτητα από τα όρια που θα τεθούν στις αρμοδιότητές τους, τα νέα Συμβούλια θα λειτουργήσουν ως βήμα προώθησης ειδικών συμφερόντων από ομάδες επίδοξων «στρατηγών», που ήδη υπήρχαν στα πανεπιστήμια, αλλά έγιναν (αντικειμενικά) περισσότερες μετά τις συγχωνεύσεις με τα ΤΕΙ. Οι ομάδες αυτές θα διεκδικήσουν de facto ευρύτερους ρόλους, οξύνοντας έτσι τους υπάρχοντες ανταγωνισμούς.

Δημήτρης Καραδήμας, Καθηγητής Φιλολογίας, αντιπρύτανης ΕΚΠΑ: Υποστελέχωση, το βασικό πρόβλημα του πανεπιστημίου

Το υπουργείο Παιδείας ζήτησε προτάσεις για σειρά θεμάτων που αφορούν σε τομείς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στους οποίους σκοπεύει να κάνει βελτιωτικές παρεμβάσεις και αλλαγές. Υπάρχουν τομείς στους οποίους οι παρεμβάσεις είναι περισσότερο από αναγκαίες και η πανεπιστημιακή κοινότητα τις αναμένει (π.χ. ΕΛΚΕ)· υπάρχουν τομείς στους οποίους οι παρεμβάσεις εμφανίζονται ως περιττές και αντιμετωπίζονται μάλλον με δυσπιστία και επιφυλακτικότητα (π.χ. ο θεσμός του Συμβουλίου του Ιδρύματος)· υπάρχουν, τέλος, πολλοί τομείς για την αναμόρφωση ή βελτίωση των οποίων χρειάζεται να γίνει πράγματι αναλυτική και καλόπιστη συζήτηση.

Ωστόσο, νομίζω ότι πρέπει να αναδειχθεί και ένα παράλληλο πρόβλημα που είναι επιτακτική ανάγκη να αντιμετωπιστεί μαζί με τις θεσμικές δυσλειτουργίες: πρόκειται για την υποστελέχωση των πανεπιστημίων τόσο σε διδακτικό-ερευνητικό όσο και σε διοικητικό προσωπικό. Η αξιοποίηση του εκάστοτε υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου και η περαιτέρω ανάπτυξη του πανεπιστημίου στηρίζονται στο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο την τελευταία δεκαετία και έχει μειωθεί σημαντικά (κατά περιπτώσεις μέχρι και 40%) και έχει ιδιαίτερα ανεβασμένο μέσο όρο ηλικίας.

Η επιθυμητή αύξηση της εξωστρέφειας, η δημιουργία ξενόγλωσσων προπτυχιακών, η θέσπιση θερινών σχολείων, ο εμπλουτισμός και εκσυγχρονισμός των προπτυχιακών προγραμμάτων, η ανάπτυξη εξ αποστάσεων προγραμμάτων κ.λπ. δεν είναι εύκολο να προχωρήσουν χωρίς ενίσχυση του διδακτικού προσωπικού.

Ταυτόχρονα, κάθε νέα δραστηριότητα απαιτεί και τη δική της διοικητική και γραμματειακή υποστήριξη. Με άλλα λόγια, οι όποιες θεσμικές βελτιώσεις, αν δεν υποστηριχθούν στην πράξη με γενναία στελέχωση των πανεπιστημίων, δεν πρόκειται να τους δώσουν την αναμενόμενη ώθηση ανάπτυξης.

Ευγενία Μπούρνοβα, Καθηγήτρια Ιστορίας, ΕΚΠΑ: Κίνητρα για να ασχοληθούν οι ικανοί με τη διοίκηση

Κατ’ αρχάς πρέπει να γίνει αμέσως μεταφορά των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων στο πρυτανικό συμβούλιο που είναι ευέλικτο όργανο για την αποτελεσματική λειτουργία της διοίκησης (βλέπε αντίστοιχα την κυβέρνηση). Η Σύγκλητος ως αντιπροσωπευτικό όργανο (βλέπε Βουλή) με τα δεκάδες μέλη πρέπει να συγκαλείται για θέματα σχετικά με τη χάραξη πολιτικής του Ιδρύματος. Κατά δεύτερον, πρέπει να αυξηθεί η αποζημίωση ώστε να λειτουργήσει ως κίνητρο για την ενασχόληση των ικανών με τη διοίκηση. Η αποζημίωση των 250 ευρώ μηνιαίως για τη διοίκηση ενός τμήματος που περιλαμβάνει συνήθως 30-50 καθηγητές, τουλάχιστον περί τους δέκα συμβασιούχους διδάσκοντες κάθε τύπου, μερικές χιλιάδες ενεργών προπτυχιακών φοιτητών, μερικές εκατοντάδες μεταπτυχιακών φοιτητών σε διάφορα προγράμματα, μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ που πρέπει να διαχειριστεί, μια γραφειοκρατία απίστευτη που πρέπει να εποπτεύει και ο υπαρκτός κίνδυνος να του ζητηθούν ποινικές ευθύνες για κακοδιαχείριση, είναι προφανές ότι δεν αποτελούν κίνητρο ενασχόλησης με τη διοίκηση. Σε όλα τα παραπάνω, πρέπει να προσθέσουμε και τα προβλήματα διαχείρισης του διοικητικού προσωπικού, το οποίο είναι δραματικά γερασμένο λόγω της αναστολής διορισμών την τελευταία δεκαετία και χρειάζεται επειγόντως να ανανεωθεί. Οι διοικητικοί υπάλληλοι που υπηρετούν στις γραμματείες των τμημάτων και στις κοσμητείες πρέπει να κρίνονται και από τα διοικητικά μονοπρόσωπα όργανα του πανεπιστημίου, δηλαδή τους προέδρους και τους κοσμήτορες. Είναι κοροϊδία να γίνεται «αξιολόγηση» υπαλλήλου από προϊστάμενο που είναι σε άλλη υπηρεσία και βεβαίως σε άλλο κτίριο, δεν συναντά τον κρινόμενο υπάλληλο παρά μία φορά τον χρόνο στην κοπή της πίτας, ενώ ο πρόεδρος και ο κοσμήτορας που είναι καθημερινά μαζί του, να μην έχουν δικαίωμα στην κρίση του, ούτε να μπορoύν να εισηγηθούν ζητήματα κινητικότητας των διοικητικών υπαλλήλων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ