ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Business plan χωρίς λιγνίτη καταρτίζει τώρα η ΔΕΗ

ΧΡΥΣΑ ΛΙΑΓΓΟΥ

Αμεσης επίλυσης θέμα είναι αυτό της τηλεθέρμανσης που διασφαλίζουν οι μονάδες της ΔΕΗ για τις πόλεις της Κοζάνης, της Πτολεμαΐδας, του Αμυνταίου, της Φλώρινας, της Φιλώτας και της Μεγαλόπολης, και αφορούν πάνω από 55.000 νοικοκυριά. Στη στήριξη των παραπάνω περιοχών στοχεύει και το Εθνικό Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης, που συστήθηκε στο πλαίσιο της πολιτικής της Ε.Ε. για την ενίσχυση περιοχών που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον άνθρακα. ΑΠΕ

Σχέδιο ολικής απολιγνιτοποίησης περιλαμβάνει το νέο business plan που καταρτίζει η διοίκηση της ΔΕΗ, με στόχο να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου και να προσμετρηθεί στις διαρθρωτικές αλλαγές της αγοράς ηλεκτρισμού και στη μεταμνημονιακή αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας από τους θεσμούς. Τo επιτελείο της ΔΕΗ, στο πλαίσιο των κατευθύνσεων που έχει δώσει ο υπουργός Ενέργειας Κωστής Χατζηδάκης, αφενός για την εξυγίανση της ΔΕΗ και αφετέρου για την πλήρη υιοθέτηση της ευρωπαϊκής πολιτικής μετάβασης στη μεταλιγνιτική εποχή, έχει ξεκινήσει μια πλήρη ανάλυση των κοστολογικών στοιχείων των λιγνιτικών μονάδων της Επιχείρησης για να αποφασίσει με μοναδικό κριτήριο τη βιωσιμότητα ποιες θα συνεχίσουν να λειτουργούν και ποιες θα κλείσουν.

«Θα προχωρήσουμε σε ένα σχέδιο απολιγνιτοποίησης με γνώμονα το συμφέρον της Επιχείρησης. Η στρατηγική μας είναι απόσυρση μονάδων από τις οποίες η Επιχείρηση μπαίνει μέσα και θα προχωρήσει σταδιακά και σε συνεννόηση με τις τοπικές κοινωνίες για να διασφαλίσουμε από κοινού μια ομαλή μετάβαση στη μεταλιγνιτική εποχή», αναφέρει στην «Κ» ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσσης. Ο ίδιος ο κ. Χατζηδάκης, εξάλλου, έχει δηλώσει ότι «η ΔΕΗ, λόγω του υψηλού κόστους των δικαιωμάτων CO2 για κάποιες μονάδες, πληρώνει περισσότερα με το να τις λειτουργεί απ’ ό,τι θα πλήρωνε εάν ήταν κλειστές και πληρώνονταν κανονικά οι εργαζόμενοι». Η στρατηγική της σταδιακής απόσυρσης θα ξεκινήσει μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2020, όπως έχει προαναγγείλει ο κ. Χατζηδάκης μέσω της συνέντευξής του στην «Κ», με τις μονάδες του ΑΗΣ Αμυνταίου (600 MW) και τη Μεγαλόπολη ΙΙΙ (300 MW). Στο σχέδιο απόσυρσης εντάσσεται, σύμφωνα με πληροφορίες, και το συνολικό πακέτο των μονάδων που είχαν βγει προς πώληση, αλλά δεν κατάφεραν να βρουν αγοραστή ούτε και με μηδενικό τίμημα, κάτι που ανέδειξε στην πράξη την πλήρη περιθωριοποίηση του λιγνίτη ως καυσίμου για ηλεκτροπαραγωγή. Πρόκειται για τη Μελίτη Ι (330 MW), που έχει αποσχιστεί από τη ΔΕΗ για τις ανάγκες της πώλησης και αποτελεί πλέον διακριτή εταιρεία (100% θυγατρική), τη Λιγνιτική Μελίτης Α.Ε. και τη Μεγαλόπολη IV, που μαζί με τη Μεγαλόπολη ΙΙΙ έχουν επίσης αποσχιστεί και έχουν περάσει στον έλεγχο της 100% θυγατρικής Λιγνιτική Μεγαλόπολης Α.Ε. Στο πρώτο τρίμηνο του έτους, η Λιγνιτική Μελίτης κατέγραψε ζημίες ύψους 7,95 εκατ. ευρώ και η Λιγνιτική Μεγαλόπολης ζημίες ύψους 23,02 εκατ. ευρώ. 

Δύο εργοστάσια

Οι μονάδες Μελίτη Ι και Μεγαλόπολη ΙV, μαζί με τη μονάδα Αγ. Δημήτριος V και τη νέα μονάδα της Πτολεμαΐδας, είναι αυτές που με βάση το εθνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα θα διασφάλιζαν τη συμμετοχή του λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή σε ποσοστό 15,5% το 2030. Αυτό σημαίνει ότι, από το σημερινό λιγνιτικό δυναμικό της ΔΕΗ, σε λειτουργία θα παραμείνει η μονάδα Αγ. Δημήτριος V (375 ΜW) και η νέα μονάδα της Πτολεμαΐδας (660 MW), όταν ολοκληρωθεί και τεθεί σε λειτουργία. Δηλαδή, από το σημερινό λιγνιτικό δυναμικό της ΔΕΗ των 14 μονάδων συνολικής ισχύος 4.337 MW, σε λειτουργία θα παραμείνει μία μονάδα ισχύος 375 MW συν τα 660 MW της Πτολεμαΐδας, όταν λειτουργήσει. Ο παράγοντας που βγάζει εκτός ηλεκτροπαραγωγής το εθνικό καύσιμο είναι το κόστος του CO2, που έχει φτάσει τα 27 ευρώ ο τόνος. Η ΔΕΗ εκπέμπει συνολικά 30 εκατ. τόνους CO2, που σημαίνει ότι για κάθε ένα ευρώ αύξηση του κόστους επιβαρύνεται με 30 εκατ. ετησίως.

Η στρατηγική της απόσυρσης των λιγνιτικών μονάδων θα συνδυασθεί με στοχευμένα προγράμματα εθελουσίας εξόδου εργαζομένων που απασχολούνται στις μονάδες και στα ορυχεία, ενώ θα πλήξει συνολικότερα τις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης, η οικονομική δραστηριότητα των οποίων περιστρέφεται πάνω από μισό αιώνα γύρω από τη ΔΕΗ. Η διοίκηση της ΔΕΗ έχει ξεκινήσει ήδη τις επαφές με τη ΓΕΝΟΠ αλλά και τους φορείς των λιγνιτικών κέντρων της χώρας, σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης των προβλημάτων που δημιουργούνται. Αμεσης επίλυσης θέμα είναι αυτό της τηλεθέρμανσης που διασφαλίζουν οι μονάδες της ΔΕΗ για τις πόλεις της Κοζάνης, της Πτολεμαΐδας, του Αμυνταίου, της Φλώρινας, της Φιλώτας και της Μεγαλόπολης και αφορούν πάνω από 55.000 νοικοκυριά. Στη στήριξη των παραπάνω περιοχών στοχεύει και το Εθνικό Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης, που συστήθηκε στο πλαίσιο της πολιτικής της Ε.Ε. για την ενίσχυση περιοχών που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον άνθρακα.

Το γερμανικό μοντέλο

Ενα ακόμα από τα θέματα που άπτονται της ταχείας απόσυρσης του λιγνίτη από την ηλεκτροπαραγωγή είναι η διασφάλιση της επάρκειας του συστήματος μέχρι να κατασκευασθούν οι νέες μονάδες φυσικού αερίου που έχουν σχεδιάσει ενεργειακοί όμιλοι της χώρας, αλλά και σε περιόδους κρίσης, που διαταράσσεται η ομαλή τροφοδοσία της αγοράς με φυσικό αέριο. Μια πρόταση που συζητείται είναι το μοντέλο που εφάρμοσε η Γερμανία στην απόσυρση ανθρακικών μονάδων. Τις μονάδες που θα κλείσει η ΔΕΗ θα μπορεί να τις κρατήσει σε ψυχρή εφεδρεία ο ΑΔΜΗΕ και να υποβάλει αίτημα στην Ε.Ε. για τη λειτουργία τους σε περιόδους εκτάκτων αναγκών.  

Ζημίες 683 εκατ. σε 3,5 χρόνια από τις λιγνιτικές μονάδες

Το «τέλος εποχής για τον λιγνίτη» που ανέδειξαν τα αποτελέσματα της αποεπένδυσης που επιχείρησε η ΔΕΗ πιστοποιούν με αριθμούς τα στοιχεία της έκθεσης της δεξαμενής σκέψης The Green Tank για τα οικονομικά των 14 λιγνιτικών μονάδων της Επιχείρησης. Σύμφωνα με αυτά, από τον Ιανουάριο του 2016 έως τον Ιούνιο του 2019 η ΔΕΗ από τη λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων έχει συσσωρεύσει καθαρές ζημίες 683 εκατ. ευρώ, όσο περίπου και το κόστος των ΝΟΜΕ.

Εάν ο σημερινός λιγνιτικός στόλος παραμείνει ως έχει, τότε τα επόμενα 3,5 χρόνια η λιγνιτική βιομηχανία θα συσσωρεύσει ζημίες της τάξεως του 1,3 δισ. ευρώ και σε κανένα από τα λιγνιτικά εργοστάσια δεν θα προκύπτουν καθαρά κέρδη. Μια πρόταση για τη μετατροπή της Δυτικής Μακεδονίας σε κέντρο αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας των Βαλκανίων διερευνά η Κομισιόν σε συνεργασία με την Παγκόσμια Τράπεζα.

Στο πλαίσιο του προγράμματος για την ομαλή μετάβαση στη μεταλιγνιτική εποχή, η Κομισιόν έχει αναθέσει στην Παγκόσμια Τράπεζα την εκπόνηση μελέτης για την υποκατάσταση του λιγνίτη και της οικονομικής δραστηριότητας στη Δυτική Μακεδονία και τη Σιλεσία της Πολωνίας. Το βασικότερο σενάριο που εξετάζουν οι τεχνοκράτες της Παγκόσμιας Τράπεζας για τη Δυτική Μακεδονία είναι η αξιοποίηση των υποδομών των λιγνιτικών μονάδων που θα αρχίσουν να αποσύρονται σταδιακά από το πρώτο εξάμηνο του 2020 για την εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας.

Η πρόταση για μετατροπή της Δυτικής Μακεδονίας σε κέντρο αποθήκευσης ενέργειας των Βαλκανίων παρουσιάστηκε προ ημερών από την Παγκόσμια Τράπεζα στις Βρυξέλλες και  αναφέρεται σε τεχνολογίες που αναπτύσσει η Siemens Gamesa, αλλά και ολλανδικές εταιρείες που στηρίζονται στην αποθήκευση ενέργειας σε ηφαιστειακές πλάκες.

Η Siemens Gamesa  εγκαινίασε τον περασμένο Ιούνιο το πρώτο καινοτόμο αυτό σύστημα στο Αμβούργο, το οποίο χρησιμοποιεί ως μέσο αποθήκευσης 1.000 τόνους ηφαιστειακών πετρωμάτων. Το επόμενο βήμα που σχεδιάζει η Siemens Gamesa είναι να αξιοποιήσει την καινοτομία σε εμπορικά projects, αυξάνοντας τη δυναμικότητα αποθήκευσης και την ισχύ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ