ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Ο επιθεωρητής Μονταλμπάνο τρελαίνεται για μοσχιούς

Κείμενο: Βασίλης Μασσέλος

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΠΟΨΗ

Στις 17 Ιουλίου έφυγε από τη ζωή, πλήρης ημερών, ο διάσημος Ιταλός συγγραφέας Andrea Camilleri, εμπνευστής του γνωστού «Επιθεωρητή Μονταλμπάνο», ο οποίος πρωταγωνιστεί στα περισσότερα από εκατό αστυνομικά μυθιστορήματα που άφησε πίσω του.

O Andrea Camilleri, ευρηματικός ως προς την πλοκή, με ένα υπέροχο, λεπτό χιούμορ, χωρίς ποτέ να διολισθαίνει στην ειρωνεία ή στον κυνισμό, με έντονους χαρακτήρες, διαβάζεται ευχάριστα, χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην τέχνη του λόγου. Σε κάθε βιβλίο του υπάρχει πάντα ένα αχνό παράλληλο νήμα, μια δεύτερη ιστορία με επίκεντρο τη γαστρονομία και τη μοναδική κουζίνα της γενέτειρας του συγγραφέα, Σικελίας, όπου ζει και εργάζεται ο ιδιόρρυθμος Μονταλμπάνο. Ο οποίος, ακόμη και όταν χειρίζεται δύσκολες αστυνομικές υποθέσεις, βρίσκει πάντα χρόνο να φάει στην ταβέρνα του Ένζο ή στου Σαν Καλόγκερο, ενώ δεν τρώει γλυκό μετά το γεύμα, γιατί δεν θέλει να σβήσει η ανάμνηση της θάλασσας στον ουρανίσκο του. Περιμένει με αγωνία να γυρίσει το βράδυ στο σπίτι του, για να δει τι του έχει μαγειρέψει η ταλαντούχα Αντελίνα, που του καθαρίζει και την οποία γνώρισε όταν συνέλαβε τον μικροκακοποιό γιο της. Τα καθημερινά ευρήματα στο ψυγείο –ο Μονταλμπάνο είναι εργένης και σε θυελλώδη σχέση με τη Λίβια, που ζει στη Γένοβα– εξαρτώνται από την ψυχολογική διάθεση της οικιακής βοηθού, η οποία δεν διστάζει, κατά περίπτωση, να εκφράσει γαστρονομικώς τη δυσαρέσκειά της.

Αυτό που ο μέσος Έλληνας αντιλαμβάνεται ως ιταλική κουζίνα είναι στην πραγματικότητα ένα σύμπηγμα τοπικών πιάτων, όπως π.χ. η ναπολιτάνικη πίτσα, τα ομώνυμα σπαγκέτι της Μπολόνια, το τοσκανέζικο ραγού ή το οριακώς βρώσιμο φρικασέ του Μιλάνου. Παρά την υπερηφάνεια κάθε περιοχής, οι διαχωριστικές γραμμές έχουν μάλλον ξεθωριάσει. Κύρια εξαίρεση είναι η κουζίνα της Σικελίας, η οποία μικρή σχέση έχει με τα πιάτα που βρίσκει κανείς στην υπόλοιπη ηπειρωτική χώρα. Με έμφαση στο ψάρι και στα θαλασσινά, και με ιδιαίτερα, μάλλον άγνωστα, πιάτα (όπως η ’mpanata di maiali, πίτα γεμιστή με κουνουπίδι, κομμένο λουκάνικο και πατάτες), η γαστρονομία της «Μεγάλης Ελλάδας» έγινε γνωστή έως έναν βαθμό και χάρη στον Camilleri. Ο δικός του Μονταλμπάνο τρελαίνεται για μοσχιούς (σικελιστί «purpittedri»), μπαρμπούνια (παραγγέλνει συνήθως τέσσερα – δύο τηγανητά, δύο ψητά), μπακαλιαράκια, αλλά και σαρδέλες a beccafuco. Αγαπάει τις ελιές και τα τυριά (τα ντόπια caciocavallo, tummazo), προφανώς τη διάσημη καπονάτα –ας πούμε μελιτζάνες λαδερές–, ενώ τα μακαρόνια φούρνου (Pasta ’ncasiatta) σχεδόν συνδέονται συνειρμικά με αυτόν.

Ο Camilleri παραδίδει σπουδαία μαθήματα γαστρονομικού savoir faire μέσω του ήρωά του. Στο βιβλίο «Τα φτερά της Σφίγγας» ο Μονταλμπάνο λέει στον ταβερνιάρη: «Φέρε μου έναν μεγάλο [αστακό]. Μόνο βραστό, χωρίς τίποτα. Και για πρώτο, εάν δεν σου κάνει κόπο, φέρε μου μία γερή μερίδα σπαγκέτι με σάλτσα μυδιών, άσπρη». Με αυτόν τον τρόπο, χωρίς έντονη γεύση σάλτσας στο στόμα, θα μπορούσε να απολαύσει καλύτερα τον αστακό, μόνο με λίγο φρέσκο λάδι και λεμόνι. Το συγκεκριμένο απόσπασμα θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να αναρτάται υποχρεωτικώς με αγορανομική διάταξη σε κάθε εστιατόριο και ψαροταβέρνα στην Ελλάδα, αντί, π.χ., του «Customer not obliged to pay if the notice of payment has not been received» (sic) που ισχύει σήμερα.

Η απόλαυση ενίοτε ξεπερνά τον (μικρο)αστικό καθωσπρεπισμό, αφού «συχνά ο επιθεωρητής επέτρεπε στον εαυτό του την ευχαρίστηση να τρώει με τα χέρια. Πράγμα που έκανε με τον λαγό alla cacciatora. Μετά, χρειάστηκε μισή ώρα να τρίβει τα χέρια του στον νεροχύτη για να φύγει η λίγδα και η μυρωδιά». Ο Μονταλμπάνο προσπαθεί να διορθώσει και τους γύρω του, καταχεριάζοντας παραδείγματος χάριν το «δεξί του χέρι», Mimi Augello, στον οποίο δεν δίστασε να πει ότι «ακόμη και μια ύαινα, που τρέφεται με ψοφίμια, θα αρρώσταινε εάν έβλεπε ένα πιάτο πάστα με σος από μύδια καλυμμένη με παρμεζάνα». Είναι όμως γενναιόδωρος όταν του αρέσει κάτι: «Η καβουρομακαρονάδα είχε τη χάρη μιας πρίμα μπαλαρίνας, αλλά το γεμιστό λαβράκι με σαφράν τού έκοψε την ανάσα, σχεδόν τον τρόμαξε».

Οι αναφορές σε γλυκά είναι σπάνιες (συνήθως αφορούν παγωτό, όπως το περίφημο Cassata), ενώ αξιοσημείωτη είναι η λιτότητά τους όταν πρόκειται για κρασιά. Μπορεί οι σχετικές με το φαγητό λέξεις να αποτελούν αμελητέο ποσοστό επί του συνόλου σε κάθε βιβλίο του Camilleri. Έχουν όμως συγκριτικά μεγάλο αντίκτυπο και αποτελούν πηγή ηδονής για τους γαστρονομικά ευαίσθητους αναγνώστες.

*To άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον Γαστρονόμο Αυγούστου, τεύχος 160.

 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ