ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η πορεία του φωτογράφου Γιάννη Πιτσάκη και της αδελφής του Γαρυφαλιάς, αρχιτέκτονος, είναι αντίστροφη εκείνης του brain drain. Αφού έζησαν και εργάστηκαν αρκετά χρόνια στο εξωτερικό –εκείνος στo Λονδίνο, εκείνη στο Ρότερνταμ– βρέθηκαν ξανά μαζί στην Ελλάδα. Και αποφάσισαν να μείνουν και να φτιάξουν τη δική τους επιχείρηση. Πέρα από τη συγγένεια, άλλωστε, τους ενώνουν πολλά: είναι χορτοφάγοι, αγαπούν τις γάτες και τους σκύλους, τα ποδήλατα και τις τσάντες.

Από αυτό το τελευταίο προέκυψε το αντικείμενο της επιχείρησης, της 3QUARTERS. Τα δύο αδέλφια κατασκευάζουν χειροποίητες τσάντες και σακίδια. Θέλοντας τα υλικά τους να προκύπτουν από επανάχρηση και, επιπλέον, να έχουν άμεση σχέση με την Αθήνα, να «φέρουν» δηλαδή κάτι από την ατμόσφαιρα και τον χαρακτήρα της, χρησιμοποιούν παλιές τέντες από αθηναϊκά μπαλκόνια, που συνήθως πετιούνται στα σκουπίδια. «Και το να πετάς μια τέντα, επειδή είναι από πολυεστέρα, ισοδυναμεί με το να πετάς περίπου πεντακόσια πλαστικά μπουκάλια», λέει ο Γιάννης.


«Παίρνουμε κάτι που έχει μια συγκεκριμένη χρήση και με τα χέρια μας το μετατρέπουμε σε κάτι πιο περίπλοκο, με μεγαλύτερη αξία από την αρχική», λέει ο Γιάννης Πιτσάκης.

Πώς προέκυψε το όνομα 3QUARTERS; «Η εικόνα που έχει ένα μπαλκόνι για όποιον το κοιτάει από απέναντι είναι: 3/4 η τέντα και από κάτω το υπόλοιπο 1/4, τα κάγκελα, οι γλάστρες και τα “μυστικά” κάθε διαμερίσματος. Δεν είναι ίσως προφανές αλλά σε όλες μας τις τσάντες, που είναι δίχρωμες, ο συνδυασμός χρωμάτων έχει αυτές τις αναλογίες». Χρησιμοποιούν όμως και ρετάλια, δηλαδή μικρά κομμάτια πανιού, τα οποία αγοράζουν από κατασκευαστές τεντών· κι αυτά στα σκουπίδια συχνά καταλήγουν. Ολα τα κάνουν οι δυο τους: σχεδιάζουν τις τσάντες κι έπειτα τις ράβουν στη ραπτομηχανή, στο zero waste εργαστήριό τους στου Ψυρρή (Αγίου Δημητρίου 19).

Η ανταπόκριση της αγοράς είναι πολύ θετική, ιδιαίτερα στο εξωτερικό, έχουν μάλιστα ξεκινήσει οι εξαγωγές: από τη Νέα Υόρκη μέχρι τη Μαλαισία.

«Αρα δεν το μετανιώσατε που επιστρέψατε;», ρωτώ τον Γιάννη Πιτσάκη. «Αν και μας δυσκολεύει ακόμα η Ελλάδα, με τις... αγκυλώσεις της, όχι», απαντά. «Δίνουμε τη δική μας απάντηση στη γρήγορη μόδα και στην υπερκατανάλωση: επιχειρείν με οικολογική συνείδηση και κοινωνική ευαισθησία. Κάνουμε “ανωκύκλωση”, όχι ανακύκλωση. Παίρνουμε κάτι που έχει μια συγκεκριμένη χρήση και με τα χέρια μας το μετατρέπουμε σε κάτι πιο περίπλοκο, με μεγαλύτερη αξία από την αρχική».

Τρεις γενιές υποδηματοποιοί

Κι από του Ψυρρή, βρίσκομαι στην οδό Κριεζώτου, δίπλα στην γκαλερί Ζουμπουλάκη και απέναντι από το Μουσείο Μπενάκη/Πινακοθήκη Γκίκα. Εδώ υπάρχει ένα μικρό κομμάτι της Αθήνας που έχει μείνει ίδιο κι απαράλλαχτο εδώ και δεκαετίες: το κατάστημα χειροποίητων γυναικείων υποδημάτων Παλαβίδη. Η βιτρίνα του είναι λες και «ξεπήδησε» από περιοδικά του ’60, του ’70, του ’80· τη «Γυναίκα», το «Πάνθεον», τις «Eικόνες».


Η Μαρία Φυρίγου, τρίτη γενιά της οικογένειας υποδηματοποιών στο κέντρο της πόλης. 

Ανοιξε το 1965, από τον Ιωσήφ Φυρίγο, Ελληνα υποδηματοποιό της Κωνσταντινούπολης, που μόλις την προηγούμενη χρονιά –με τις απελάσεις των Τούρκων– είχε έρθει με την οικογένειά του στην Ελλάδα. Στην Αθήνα ο Φυρίγος αποφάσισε να συνεργαστεί με τον Δημήτριο Παλαβίδη, γνωστό και επιτυχημένο έμπορο. Αυτός ήταν ο λόγος που –αν και το κομμάτι της παραγωγής το χειριζόταν ο ίδιος– στη φίρμα μπήκε το όνομα του συνεταίρου του, όπως εξηγεί η εγγονή του, Μαρία Φυρίγου – τρίτη γενιά της οικογενειακής επιχείρησης. Η Μαρία έχει ακούσει πολλές ιστορίες, για τις κυρίες από τον πολιτικό και επιχειρηματικό χώρο που αγόραζαν τα χειροποίητα παπούτσια τους. Και φυσικά, για λαμπερά πρόσωπα του θεάτρου και του κινηματογράφου που τα προτιμούσαν: τη Ζωή Λάσκαρη, τη Μαίρη Χρονοπούλου, τη Ρένα Βλαχοπούλου.

Δεν έχουν κλονιστεί ποτέ όλα αυτά τα χρόνια; Δεν έχουν σκεφτεί να αλλάξουν ρότα; «Οχι. Αυτοί είμαστε, αυτό κάνουμε καλά, γιατί να αλλάξουμε;», λέει η Μαρία Φυρίγου. «Τα παπούτσια μας φτιάχνονται όλα στο χέρι, σε δικά μας σχέδια, από υψηλής ποιότητας ελληνικά δέρματα και “sur mesure”, σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες κάθε ποδιού, από Νο 33 έως Νο 43. Μια εβδομάδα χρειάζεται για να φτιαχτεί ένα ζευγάρι. Εχουμε πελάτισσες που έρχονταν στο μαγαζί μας με τη γιαγιά ή τη μαμά τους και τώρα έρχονται μαζί με τις κόρες τους. Και μη νομίζετε ότι μας προτιμούν μόνο οι κυρίες μιας κάποιας ηλικίας. Πριν από λίγες μέρες ήρθε μια νεαρή κοπέλα. “Ολοκλήρωσα το μεταπτυχιακό μου, βρήκα την πρώτη μου δουλειά και θα το γιορτάσω με ένα ζευγάρι χειροποίητα παπούτσια”, μας είπε. Βλέπετε, το βίντατζ είναι πολύ στη μόδα. Κι εμείς είμαστε αυθεντικό βίντατζ!».

Αντίδραση στην κρίση

Το 2012, μεσούσης της κρίσης, ο κόμπος έφτασε στο χτένι για τη σχεδιάστρια ρούχων Ιωάννα Ελευθερίου. Δούλευε ως σερβιτόρα – λύση ανάγκης αφού στο κατάστημα στο οποίο εργαζόταν προηγουμένως είχε μείνει απλήρωτη για κάμποσους μήνες. Τότε βρέθηκε στο δρόμο της ένας έμπειρος τεχνίτης κοσμημάτων. Η ίδια σχεδίαζε ήδη μερικά κομμάτια, από χόμπι, αλλά το τεχνικό κομμάτι δεν το κατείχε. Δίπλα σε εκείνον το έμαθε καλά. Και αποφάσισε να επιχειρήσει το επόμενο, επαγγελματικό πια βήμα: το δικό της εργαστήρι χειροποίητων κοσμημάτων. «Ναι, ήταν ρίσκο, όμως, από την άλλη, τι είχα να χάσω; Τουλάχιστον θα έκανα αυτό που πραγματικά αγαπούσα. Με τις οικονομίες που είχα μαζέψει πήρα βαθιά ανάσα και ξεκίνησα».


«Το θέμα είναι πώς ορίζουμε το χειροποίητο. Μιλάμε για αυθεντικές δημιουργίες, για προϊόντα αντιγραφής ή για έτοιμα μοτίφ που έρχονται από την Κίνα», σημειώνει η Ιωάννα Ελευθερίου. 

Η επιχείρηση πήρε το όνομα Liberta – παρατσούκλι που έχει από παιδί. Πριν από δύο χρόνια άνοιξε και το δικό της μικρό κατάστημα στον αριθμό 4 της οδού Υπατίας, πίσω από τη Μητρόπολη. «Ξεκίνησα με κάτι... νεκροκεφαλές. Είμαι γκόθικ η ίδια, γι’ αυτό. Αλλά στην πορεία συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να βάλω νερό στο κρασί μου, να μπω στα παπούτσια των πελατών, χωρίς βέβαια να καταπιέζω τη δημιουργικότητά μου», λέει γελώντας. Στις προθήκες του καταστήματός της θα βρει κανείς χειροποίητα σκουλαρίκια, δαχτυλίδια, βραχιόλια και πολλά ιδιαίτερα μενταγιόν: το σανδάλι του Ερμή, κουκουβάγιες, ανθρώπινες καρδιές, χέρια και αυτάκια – σαν σύγχρονα τάματα. Για λογαριασμό του Πανελλήνιου Συλλόγου Προστασίας Ιπποειδών «Ιππόθεσις» σχεδίασε κι ένα φτερωτό γαϊδουράκι: κοστίζει 25 ευρώ και όλα τα έσοδα διατίθενται για στέγαση, σίτιση και περίθαλψη ταλαιπωρημένων αλόγων και γαϊδουριών.

«Για πολλούς από τη γενιά μου το χειροποίητο κόσμημα ήταν μια αντίδραση στην κρίση, μια διέξοδος», λέει η Ιωάννα. «Το θέμα είναι πώς ορίζουμε το χειροποίητο. Μιλάμε για αυθεντικές δημιουργίες, για προϊόντα αντιγραφής ή για έτοιμα μοτίφ που έρχονται από την Κίνα και κάποιοι απλώς τα συναρμολογούν ή τα περνάνε, σε ένα κορδόνι, τα βαφτίζουν “χειροποίητα” και τα πουλάνε; Είναι απελευθερωτικό να δουλεύεις με τα χέρια σου. Να ζεις από αυτό και να δίνεις δουλειά και σε άλλους ανθρώπους. Ελπίζω να συνεχίσω να πορεύομαι με αυτόν τον τρόπο...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ