Κατερίνα Σώκου ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

Αριστερός αντιτραμπισμός ή συστημική μετριοπάθεια;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η μάχη για το χρίσμα των Δημοκρατικών –την ανάδειξη του υποψηφίου του κόμματος που θα διεκδικήσει την προεδρία απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ– είναι μια μακρά και επίπονη διαδικασία που επιφυλάσσει εκπλήξεις, καθώς η χρονική της διάρκεια είναι πολύ μεγάλη για τα δεδομένα του πολιτικού χρόνου. Δίπλα στα φαβορί ανατέλλουν διάττοντες αστέρες ή και κομήτες, που χάνουν τη λάμψη τους, αναλόγως της συγκυρίας, της στρατηγικής και κυρίως της χρηματοδότησής τους. 

Ο τέως αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν προηγείται πάντα στις δημοσκοπήσεις –και στις προτιμήσεις των δωρητών– ως μια επιστροφή στην κανονικότητα, αλλά δέχεται επιθέσεις για την ηλικία του, με τους επικριτές του να εστιάζουν στις στιγμές που μπερδεύει τα λόγια του ή δεν είναι ξεκάθαρος στις θέσεις του. Ενα επεισόδιο πάντως στο debate της περασμένης εβδομάδας, όταν ο συνυποψήφιός του Τζούλιαν Κάστρο του επισήμανε με έντονο ύφος και κάπως ειρωνικά ότι «άλλα έλεγε πριν, δεν θυμάται τι έλεγε;», έδειξε και τα όρια του τι είναι διατεθειμένο να δεχθεί το κοινό, το οποίο αποδοκίμασε το στυλ του.

Σε μια τόσο σημαντική μάχη, ελάχιστα είναι τα «τοτέμ» που δεν αγγίζει κανείς. Λίγο έλειψε η μπάλα να πάρει και την πολιτική κληρονομιά του προέδρου Ομπάμα, ο οποίος μπορεί να εθεωρείτο κόκκινο πανί για τους Ρεπουμπλικανούς, αλλά τρία χρόνια μετά την αποχώρησή του από την εξουσία, δεν θεωρείται αρκετά «κόκκινος» για το Δημοκρατικό Κόμμα.

Αλλά αν ο Μπέρνι Σάντερς έκανε σημαία του τον σοσιαλισμό, είναι η Ελίζαμπεθ Γουόρεν που κερδίζει δυναμική και υποστηρικτές– με το φιλοεργατικό, φεμινιστικό της μήνυμα.

Η ομιλία της στη Νέα Υόρκη τη Δευτέρα το βράδυ είχε έναν ηλεκτρισμό που στερούνται οι περισσότεροι από τους συνυποψηφίους της. Στο πάρκο της πλατείας Ουάσιγκτον, διεμήνυσε ότι οι Δημοκρατικοί δεν μπορούν να νικήσουν αν είναι φοβισμένοι. Η καταπολέμηση της διαφθοράς «που δηλητηριάζει την αμερικανική δημοκρατία» είναι το κεντρικό μήνυμα της εκστρατείας της, θυμίζοντας το «καθάρισμα του βάλτου» της υποψηφιότητας Τραμπ. Εκεί όμως τελειώνουν οι ομοιότητες. Αν και το μήνυμά της έχει πολλούς στόχους –την επιχειρηματική κοινότητα, το Κογκρέσο, την Ουάσιγκτον γενικότερα–, εστιάζει στον πρόεδρο Τραμπ ως την προσωποποίηση της διαφθοράς.

Τόσο εκείνη όσο και ο κ. Σάντερς, εξάλλου, υποστηρίζουν την ασφαλιστική κάλυψη για όλους τους Αμερικανούς. Οι συζητήσεις για το θέμα είναι εξαντλητικές στα debate, καθώς όσο διαφοροποιεί τους Δημοκρατικούς από τους Ρεπουμπλικανούς το πρόγραμμα Medicare, άλλο τόσο τους διχάζει στο εσωτερικό του κόμματος η μορφή που πρέπει να έχει.

Το Medicare είναι το ιερό δισκοπότηρο για τους Δημοκρατικούς, αλλά ποιο Medicare; Εκείνο του προέδρου Ομπάμα ή το πολύ πιο φιλόδοξο των Σάντερς και Γουόρεν, που καλύπτει όλους τους Αμερικανούς μεν, αλλά έχει μεγάλο κόστος και προκαλεί ερωτήματα για το μέλλον της ιδιωτικής ασφάλισης;

Τα εργασιακά ζητήματα είναι ακόμη ένα θέμα που έχει ανέβει στην ατζέντα λόγω και της απεργίας των εργαζομένων της General Motors, οι οποίοι ζητούν αυξήσεις αλλά και την επιστροφή θέσεων εργασίας από το Μεξικό. Το τελευταίο είναι ένα αίτημα που εκμεταλλεύθηκε ο πρόεδρος Τραμπ για τη δική του εκλογή και δεν αφήνει ασυγκίνητους τους Δημοκρατικούς υποψηφίους, ιδιαίτερα τους πιο αριστερούς από αυτούς.

Γι’ αυτό και οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ φοβούνται ότι οι τάσεις προστατευτισμού που έχει εκδηλώσει ο πρόεδρος Τραμπ θα διατηρηθούν ακόμη και όταν εκείνος φύγει από την εξουσία. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα διεθνή ζητήματα έχουν απασχολήσει ελάχιστα την προεκλογική συζήτηση εντός του κόμματος, ούτε καν ως απάντηση στην εξωτερική πολιτική του προέδρου Τραμπ, τις εντάσεις με τους Ευρωπαίους συμμάχους για το Ιράν ή τον στρατηγικό ανταγωνισμό με την Κίνα. 

Το Δημοκρατικό Κόμμα έχει μετακινηθεί τόσο προς τα αριστερά, ώστε το πάλαι ποτέ «παιδί του λαού» Τζο Μπάιντεν να θεωρείται πλέον από τους πιο δεξιούς του κόμματος. Είναι γεγονός άλλωστε ότι έχει την υποστήριξη των μεγάλων δωρητών, καθώς πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι έχει τις καλύτερες πιθανότητες να προσελκύσει ψηφοφόρους και από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Οι πιο μετριοπαθείς Δημοκρατικοί ανησυχούν ότι οι πλέον ριζοσπαστικές φωνές δεν θα τύχουν ευρύτερης υποστήριξης στην κάλπη.

Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δημοκρατικό Κόμμα είναι αν τα τελευταία τρία χρόνια η αμερικανική κοινωνία έχει αλλάξει τόσο όσο το ίδιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ