Η κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ της Βενετίας δήλωσε ότι κρίνει την ταινία και όχι τον άνθρωπο, όταν αποφάσισε όχι μόνο να συμπεριλάβει την καινούργια δουλειά του Ρομάν Πολάνσκι στο διαγωνιστικό τμήμα, αλλά και να του απονείμει τον Αργυρό Λέοντα. Η απόφαση εγείρει το προφανές ερώτημα: πώς πρέπει να αντιμετωπίζεται το καλλιτεχνικό έργο ανθρώπων που έχουν διαπράξει αξιόποινες πράξεις, καθώς, εν προκειμένω, ο Πολάνσκι αντιμετωπίζει την κατηγορία της παιδεραστίας. Και είναι κάπως παράξενο που ο κατά τα άλλα σπουδαίος δημιουργός αποφάσισε σε αυτή την καινούργια του ταινία, «J’accuse», να καταπιαστεί με μια υπόθεση ιστορικής δικαστικής αστοχίας, την υπόθεση Ντρέιφους. 

Η ιστορία ξεκινά το 1894, όταν η γαλλική αντικατασκοπεία εντόπισε στη γερμανική πρεσβεία ένα γαλλικό στρατιωτικό έγγραφο. Γρήγορα κατηγορήθηκε ο λοχαγός Άλφρεντ Ντρέιφους, ο γραφικός χαρακτήρας του οποίου κρίθηκε ότι έμοιαζε με αυτόν του εγγράφου, και μετά την εμφάνιση ορισμένων ακόμα στοιχείων, που εκ των υστέρων αποδείχτηκαν πλαστά, ο αξιωματικός καταδικάστηκε σε ισόβια απομόνωση στο Νησί του Διαβόλου στη Γαλλική Γουιάνα – το νησί απ’ το οποίο αποδρά ο Στιβ Μακουίν ως «Πεταλούδας» στην κλασική ταινία του 1973. Σταδιακά άρχισαν να εμφανίζονται διάφορα αθωωτικά στοιχεία και το γεγονός ότι παρέμενε εξόριστος άρχισε να παίρνει διαστάσεις σκανδάλου. 

Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια για να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη, και μέχρι τότε η γαλλική κοινωνία είχε διχαστεί, η αξιοπιστία του στρατού και του νομικού συστήματος είχε θιγεί και, επίσης, είχε αποκαλυφθεί με πολύ θλιβερό τρόπο ότι η καταδίκη του Γαλλοεβραίου Ντρέιφους ικανοποιούσε σε μεγάλο βαθμό το βαθύ αντισημιτικό αίσθημα που ανθούσε επιθετικά στην αυγή της Γ΄ Δημοκρατίας.

O ρόλος του Ζορζ Πικάρ

Η ταινία του Πολάνσκι αποτελεί μεταφορά του μυθιστορήματος του Ρόμπερτ Χάρις «Ο Γερμανός κατάσκοπος» («An Officer and a Spy») των εκδόσεων Ψυχογιός. Ο Βρετανός συγγραφέας, που είναι φημισμένος για τα ιστορικά-κατασκοπικά του θρίλερ (πιο γνωστό ίσως το «Κωδικός Αίνιγμα»), ξαναέγραψε το χρονικό της υπόθεσης Ντρέιφους χρησιμοποιώντας αληθινά πρόσωπα και ιστορικά στοιχεία. Στο μυθιστόρημά του πρωταγωνιστής είναι ο αξιωματικός Ζορζ Πικάρ, ο οποίος ανέλαβε επικεφαλής της γαλλικής υπηρεσίας αντικατασκοπείας αμέσως μετά την καταδίκη του Ντρέιφους και επέλεξε να μη μείνει αδρανής όταν συνειδητοποίησε την αθωότητά του, ρισκάροντας (και καταστρέφοντας) την καριέρα του. 

Ο Ζολά κατά πάντων

Η ιστορία κέρδισε τη διαχρονικότητά της χάρη και στην ανοιχτή επιστολή που έστειλε ο Εμίλ Ζολά προς τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, μέσω της πρώτης σελίδας της εφημερίδας L’Aurore, το 1898. Το «Κατηγορώ» του Ζολά (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Γκοβόστη) κυκλοφόρησε σε 300.000 αντίτυπα, με τον Γάλλο συγγραφέα να επιτίθεται προς πάσα κατεύθυνση, συντάσσοντας ένα μοναδικό μανιφέστο κατά της υποκρισίας και του φανατισμού. Το κείμενο προκάλεσε νέους τριγμούς, οδήγησε στο άνοιγμα εκ νέου της υπόθεσης, αλλά, παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος ο Ζολά αντιμετώπισε την κατηγορία της συκοφαντίας και πέρασε ένα διάστημα στη φυλακή. Στη φωτογραφία (κάτω), ο Πολ Μιούνι ως Ζολά ενώπιον του δικαστηρίου, σε πλάνο από το φιλμ «Η ζωή του Εμίλ Ζολά» (1937), που μάλιστα κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ταινίας. 

Η μεριά του Προυστ

Η καθαίρεση του Ντρέιφους έγινε στη στρατιωτική σχολή το 1895, μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους που συγκεντρώθηκαν για να παρακολουθήσουν την ατίμωση του λοχαγού (όπως φαίνεται δίπλα σε σκίτσο της εποχής), απόδειξη της τρομερής επίδρασης που είχε η υπόθεση στη γαλλική κοινωνία. Ένας από τους πολλούς που δεν έμειναν ανεπηρέαστοι ήταν και ο νεαρός τότε Μαρσέλ Προυστ (ήταν παρών και στη δίκη του Ζολά), ο οποίος μεταφέρει αναλυτικά τις συζητήσεις της εποχής στα γαλλικά σαλόνια σε πολλές από τις σελίδες του μυθιστορήματός του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο: Η μεριά του Γκερμάντ» (εκδ. της Εστίας). Ήταν ο πιο επιφανής από τους διανοουμένους της περιόδου που είδαν με ψυχραιμία την ιστορία εκείνη και αντέτειναν το προοδευτικό τους πνεύμα στον συντηρητισμό και στον φόβο. ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ