ΑΚΡΙΤΑΣ ΚΑΪΔΑΤΖΗΣ*

Ακρίτας Καϊδατζής: Λεπτές ισορροπίες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η δικογραφία που ανακοινώθηκε χθες στη Βουλή έχει μιαν ιδιαιτερότητα που αγγίζει ένα ευαίσθητο ζήτημα. Στην προηγούμενη βουλευτική περίοδο είχε διαβιβαστεί στη Βουλή δικογραφία προκειμένου να διερευνηθούν ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες πολιτικών προσώπων στην υπόθεση τιμολόγησης φαρμάκων, που είναι γνωστή ως σκάνδαλο Novartis. Mε αφορμή καταγγελίες ορισμένων από τα πρόσωπα εκείνα, έρχεται τώρα στη Βουλή νέα δικογραφία προκειμένου να διερευνηθεί αν κατά τον χειρισμό της υπόθεσης Novartis υπήρξαν αθέμιτες παρεμβάσεις του τότε πρωθυπουργού ή του τότε αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης.

Ομως, τη δικογραφία της υπόθεσης Novartis (όπως άλλωστε και τη χθεσινή δικογραφία) δικαστικοί λειτουργοί τη διαβίβασαν στη Βουλή. Και δικαστικοί λειτουργοί είχαν μέχρι τότε κατ’ αποκλειστικότητα τον χειρισμό της. Αν λοιπόν –και σε αυτό συνίσταται η ιδιαιτερότητα της νέας δικογραφίας– η Βουλή αποφασίσει ότι συντρέχουν ενδείξεις για ευθύνες πολιτικών προσώπων στον χειρισμό της υπόθεσης Novartis, τότε η απόφασή της κατ’ ανάγκην σημαίνει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι αντίστοιχες ενδείξεις συντρέχουν και για ευθύνες δικαστικών λειτουργών. Αν υπήρξαν πολιτικοί που άσκησαν παρεμβάσεις στο έργο της Δικαιοσύνης, θα υπήρξαν και δικαστικοί λειτουργοί που τις ανέχθηκαν. Χρειάζονται δύο για ταγκό, λένε οι Αγγλοσάξονες.

Το άρθρο 86 του Συντάγματος για την ευθύνη υπουργών διασταυρώνεται στην περίπτωση αυτή με τις αρχές της διάκρισης των λειτουργιών και της δικαστικής ανεξαρτησίας. Το Σύνταγμα αναθέτει στη Βουλή τη διερεύνηση ενδεχόμενης ευθύνης υπουργών. Ομως, δεν νοείται εμπλοκή της Βουλής στη διερεύνηση, έστω και εμμέσως, ενδεχόμενης ευθύνης λειτουργών της Δικαιοσύνης. Η άσκηση της συνταγματικής αρμοδιότητας της Βουλής απαιτεί, επομένως, προσοχή και λεπτούς χειρισμούς. Στις δεδομένες περιστάσεις μοιάζει επιβεβλημένη μια δυνατότητα που δίνει ο Κανονισμός της Βουλής.

Η διαδικασία του άρθρου 86 του Συντάγματος κινείται με την πρόταση άσκησης δίωξης που υποβάλλεται από τουλάχιστον τριάντα βουλευτές. Ακολούθως η Βουλή αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της (τουλάχιστον 151 βουλευτές) αν θα συγκροτήσει ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή αν θα απορρίψει την πρόταση ως προδήλως αβάσιμη. Ο Κανονισμός της Βουλής δίνει μια πρόσθετη δυνατότητα: να αναθέσει η Βουλή σε τριμελές γνωμοδοτικό συμβούλιο την αξιολόγηση της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας (άρθρο 154 παρ. 3 ΚτΒ). Το συμβούλιο είναι αμιγώς δικαστικό, συγκροτείται από έναν αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δύο εισαγγελείς εφετών που επιλέγονται με κλήρωση (άρθρο 155 παρ. 4 ΚτΒ). Σημειωτέον ότι η πρόταση για τη συγκρότηση του συμβουλίου δεν απαιτείται να υποβληθεί μαζί με την πρόταση για την άσκηση δίωξης. Μπορεί να υποβληθεί εντός επτά ημερών από την ανακοίνωση της πρότασης εκείνης, αρκεί να υπογράφεται από τουλάχιστον τριάντα βουλευτές, όχι απαραιτήτως τους ίδιους που υπογράφουν την πρόταση δίωξης (άρθρο 155 παρ. 3 ΚτΒ).

Λόγοι σεβασμού στη δικαστική ανεξαρτησία, δηλαδή η υποχρέωση αποχής της Βουλής από αξιολογήσεις που έστω κι εμμέσως συνάπτονται με ευθύνες δικαστικών λειτουργών, μάλλον καθιστούν μονόδρομο την αξιοποίηση της θεσμικής αυτής δυνατότητας.

* Ο κ. Ακρίτας Καϊδατζής είναι επίκουρος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ και πρώην γ.γ. της κυβέρνησης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ