Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Νίκη Κεραμέως: Εξορκισμοί

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Τι επιπτώσεις είχε στη θρησκευτική ζωή των Ελλήνων η κατάργηση της αναγραφής του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας το 2000; Επλήγη το φρόνημά τους; Εχασε το έθνος τον χαρακτήρα του;

Σχεδόν 20 χρόνια μετά το κίνημα των λαοσυνάξεων, θα περίμενε κανείς ότι η παρεξήγηση θα είχε λυθεί: ότι δεν θα είχε επιζήσει η σύγχυση μεταξύ της ταυτότητας ως εγγράφου και της ταυτότητας ως συνειδησιακού αυτοπροσδιορισμού. Θα περίμενε αφελώς. Η σύγχυση της μιας ταυτότητας με την άλλη είναι πολιτικά πολύ επικερδής για να την αφήσει κάποιος ακαπήλευτη. Εξ ου και αναβίωσε με την απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για τη μη αναγραφή της ιθαγένειας και του θρησκεύματος στους τίτλους σπουδών.

Η υπουργός Παιδείας, που εφάρμοσε την απόφαση υιοθετώντας ρητώς και το σκεπτικό της, δεν είχε όμως να αντιμετωπίσει μόνο τα αναμενόμενα πυρά από τα δεξιά της Δεξιάς. Είχε να αντιμετωπίσει και τη συγκατάβαση όσων συμφωνούν μεν με την απόφαση, αλλά τη θεωρούν «αυτονόητη» και πολύ «λίγη» για να τη χαιρετίσουν.

Ηταν αυτονόητη η απόφαση της Κεραμέως; Αν κρίνει κανείς από την αδράνεια των προκατόχων της, μάλλον για την «αυτονόητη» νομιμότητα απαιτήθηκε και πολιτική βούληση. Βούληση που δεν επέδειξε, προεκλογικά, ούτε ο υπουργός Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Η στερεοτυπική εξήγηση για την παρέλκυση στη ρύθμιση ταυτοτικών θεμάτων είναι, βέβαια, το πολιτικό κόστος. Το ακούει κανείς και από πολιτικούς της Δεξιάς που, παρότι αντιλαμβάνονται τα θεσμικώς «αυτονόητα», τα αντιμετωπίζουν ως ελιτίστικες ανησυχίες υψηλού πολιτικού ρίσκου.

Με μια μικρή δόση υπερβολής, θα μπορούσε να επικαλεστεί κάποιος την ίδια την Κεραμέως ως παράδειγμα για να ζυγίσει αυτού του είδους το πολιτικό κόστος. Η νυν υπουργός Παιδείας ήταν η μόνη βουλευτής της Ν.Δ. –μαζί με την Ντόρα Μπακογιάννη– που είχε υπερψηφίσει το νομοσχέδιο για την αναδοχή τέκνων από ομόφυλα ζευγάρια.

Σύμφωνα με τη συμβατική κομματική «σοφία», η ψήφος αυτή για ένα αδοκίμαστο στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας ισοδυναμούσε περίπου με πολιτική αυτοχειρία. Και ωστόσο, η εκλογική επίδοση της Κεραμέως, που τον Ιούλιο πολιτεύτηκε για πρώτη φορά με σταυρό, διαψεύδει τον παλιό μπούσουλα. Η νεοφώτιστη ήρθε τρίτη στον Βόρειο Τομέα της Β΄ Αθηνών με 61.784 σταυρούς.

Μήπως η φοβία των πολιτικών της συντηρητικής παράταξης είναι υπερβολική; Μήπως υπερτιμούν την ισχύ των συντηρητικών λόμπι – των ηχηρών μειοψηφιών και των επίδοξων ποιμένων τους; Και, αντιστοίχως, μήπως υποτιμούν τις ανοχές της δικής τους εκλογικής πελατείας;

Οπως κι αν απαντήσει κανείς, η πελατεία αυτή δεν είναι σταθερή. Η πλειοψηφία του 40% δεν χτίστηκε με εξορκισμούς και ευχέλαια. Και ούτε μπορεί διατηρηθεί έτσι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ