Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ο θάνατος και η ζωή του κ. Γουατανάμπε

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Πώς εξελίσσεται μια ταινία που στο πρώτο πλάνο της βλέπουμε την ακτινογραφία ενός στομαχιού και ακούμε τη φωνή του αφηγητή: «Αυτό είναι το στομάχι του ήρωα της ταινίας μας... Δεν ξέρει ότι έχει καρκίνο».

Ο Κάντζι Γουατανάμπε είναι μεσήλικας αλλά μοιάζει ήδη γερασμένος, δουλεύει σε δημόσια υπηρεσία στο Τόκιο, που ανήκει στον δήμο της πόλης, εδώ και 30 χρόνια δεν έχει λείψει ούτε μια μέρα από το γραφείο του, γεμάτο με φακέλους και σφραγίδες. Πειθαρχία, πειθήνια επανάληψη μέχρι θανάτου. Τόσο ακύμαντα και απρόσωπα.

Απωθητικά. Το παρατσούκλι που του έχει δώσει ένα νέο κορίτσι, το οποίο εργάζεται στον ίδιο χώρο, είναι «μούμια». Οταν ο κ. Γουατανάμπε θα το μάθει, κατανοεί πλήρως τους λόγους, αλλά η ζωή του μετράει ήδη αντίστροφα.

Ο ελληνικός τίτλος «Ο καταδικασμένος» του Ακίρα Κουροσάβα (1952), που συνεχίζεται για δεύτερη εβδομάδα σε δύο αίθουσες (Πτι Παλαί και Αστυ), προδίδει αυτό το οποίο ο μεγάλος Ιάπωνας σκηνοθέτης θέλησε αν όχι να αποκρύψει τουλάχιστον να ανατρέψει. «Ikiru», ο τίτλος στα ιαπωνικά. Σημαίνει «Ζω». Και είναι πράγματι έτσι: μέσα σε έξι μήνες ο κ. Γουατανάμπε έστυψε τον χυμό που αναλογούσε σε δεκαετίες ανυδρίας. Μπορεί να διέθετε την «ευγένεια της δυστυχίας» και η φθορά από το σαράκι της γραφειοκρατίας να μην είχε, τελικά, καταλάβει τον πυρήνα της ύπαρξής του. Το απλό, αλλά τόσο σημαντικό έργο, για μια υποβαθμισμένη γειτονιά, στο οποίο δεσμεύτηκε και το οποίο έφερε σε πέρας, έδωσε για λίγους μήνες νόημα και λάμψη σε έναν βίο απολύτως τετριμμένο στα μάτια των τρίτων. Μετέτρεψε μια χαβούζα σε παιδική χαρά, ξεπερνώντας, με επιμονή και αυτοταπείνωση, δεκάδες γραφειοκρατικά εμπόδια, αδιαφορίας ή και σκοπιμότητας.

Ο Κουροσάβα εμπνεύστηκε από τον Τολστόι («Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτζ») και πύκνωσε σε ασπρόμαυρη ταινία, αυτό που διατρέχει όλη την ιστορία της τέχνης: την αγωνία του τέλους. Και ακόμη περισσότερο: πόσο μπορεί να αλλάξει η ζωή του καθενός μπροστά στον επικείμενο θάνατο; Ο κ. Γουατανάμπε τραγουδάει, βραχνά, με ήχο που θυμίζει περισσότερο ρόγχο, παγώνοντας τη θλίψη στα πρόσωπα όσων τον ακούν, «Είναι σύντομη η ζωή» (επιτυχία του 1915), πίνει, χορεύει, συνωστίζεται σε μονοπάτια και σε κλαμπ και σε μπαρ, σε πίστες με δεκάδες άλλα ζευγάρια, γελάει χωρίς να γελάει πραγματικά, διασκεδάζει με κόπο, βεβιασμένα. Ολα μοιάζουν παράτονα στην εκτόνωση που προσπαθεί να πετύχει. Ο άγνωστος, αποτυχημένος, συγγραφέας που τον συνοδεύει για μια νύχτα και τον βοηθάει, αφιλοκερδώς, να ξοδέψει 50.000 γιεν, για να δει μια άλλη όψη της πραγματικότητας, είναι συμπονετικός αλλά δεν τον ανακουφίζει. Τίποτα δεν μπορεί να τον ανακουφίσει. Ο μονάκριβος γιος του, τον μεγάλωσε μόνος καθώς η μητέρα και σύζυγος πέθανε νωρίς, ασχολείται με τα κληρονομικά, δεν έχει μάθει ούτε καταλάβει για την ασθένεια του πατέρα του, απορροφημένος από τις δικές του οικονομικές έγνοιες. Οι συνάδελφοι στο γραφείο του, μια οικιακή βοηθός στο σπίτι, κανείς δεν τον «ξέρει». Μόνο μια κοπέλα, σε μια σχέση σχεδόν πατρική, θα τον παρασύρει με την αφέλεια και τη νιότη της, θα του δώσει λίγη χαρά. Λίγη όμως. Ενα, ανεπαίσθητο, χρώμα, στο γκρίζο τοπίο. Η στιγμή που η ζωή θριαμβεύει είναι όταν συλλαμβάνει το σχέδιο να βοηθήσει τους κατοίκους του Κουρόε να κατασκευάσουν μια παιδική χαρά πάνω σε μια χαβούζα. «Οταν ήμουν μικρός κόντεψα να πνιγώ σε μια χαβούζα. Και δεν ήταν κανείς εκεί για να με βοηθήσει. Το ίδιο βλέπω και τώρα», ομολογεί, ανασυγκροτείται με τις ελάχιστες δυνάμεις που διαθέτει και εφορμά στον στόχο.

Πόσο λίγο γνώριζαν όλοι τον κ. Γουατανάμπε, κι ακόμη λιγότερο ο ίδιος τον εαυτό του. Καθώς οι συνάδελφοί του «συνθέτουν» στην κηδεία του το πορτρέτο του, με αφηγήσεις, ποτό, δάκρυα, υπερβολές και αλήθειες, αναδεικνύεται πέρα από τον άνθρωπο το «παράδειγμα». «Ξεπέρασε τα όριά του και τα όρια της γραφειοκρατίας», λένε.

Ο φακός εστιάζει στη φωτογραφία του, μέσα στην κορνίζα, πλαισιωμένη από λουλούδια και λιβάνι. Σε ένα πρόσωπο κοινό, ούτε όμορφο ούτε άσχημο, ευχαριστημένο καθώς πρέπει. Πρόλαβε να δώσει χαρά. Αφησε πίσω του δάκρυα ευγνωμοσύνης από τους λίγους εκείνους που βοήθησε να νιώσουν ότι δεν είναι εγκαταλελειμμένοι.

Εκεί θα κατοικεί, πλέον, ο κ. Γουατανάμπε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ