ΘΕΑΤΡΟ

Τυραννώντας... τον «Οιδίποδα Τύραννο»

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Η «γυμνή» σκηνογραφία του Π. Μέξη για τον φετινό –σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη– «Οιδίποδα Τύραννο» βασιζόταν στην ιδέα των πήλινων, διάσπαρτων στο χώμα, μωρών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Λίγο πριν από τις πρώτες πρεμιέρες της νέας σεζόν, είναι καλή η στιγμή να αναφερθούμε σε παραστάσεις του φετινού Φεστιβάλ Επιδαύρου που δεν παρουσιάστηκαν μόνο στο υπέροχο αργολικό θέατρο αλλά και σε άλλα ανοιχτά θέατρα ανά την επικράτεια. Καθώς ιδιωτικές εταιρείες συμπληρώνουν το ποσό που διαθέτει το Ελληνικό Φεστιβάλ Α.Ε. για την παραγωγή τους, η περιοδεία είναι αναγκαία ώστε η επένδυση να αποβεί κερδοφόρα.

Το πρόβλημα είναι ότι εκτός από τα αρχαία θέατρα της περιφέρειας στα οποία παρουσιάστηκαν παραστάσεις, όπως, για παράδειγμα, ο «Οιδίπους Τύραννος» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη και οι «Νεφέλες» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζά, στις περιοδείες περιλαμβάνονται και πολλά ακόμη –συνήθως δημοτικά– θέατρα, παντελώς ακατάλληλα να τις φιλοξενήσουν.

Κατάφερα να δω τον «Οιδίποδα Τύραννο» στο κηποθέατρο Παπάγου, στην προτελευταία παράσταση της μεγάλης περιοδείας της – 37 σταθμούς έκανε, αριθμός εξοντωτικός, πρώτα και κύρια για τους ηθοποιούς και κυρίως για τον Δημήτρη Λιγνάδη που επωμίστηκε τον τεράστιο ρόλο του τραγικού βασιλιά. Μαζί με τον Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη, τον Γιώργο Ψυχογιό, τον Νικόλα Χανακούλα μπόρεσαν να ανταποκριθούν κατ’ αρχάς φωνητικά στις απαιτήσεις του ρόλου τους. Οι υπόλοιποι καλοί ηθοποιοί (Νίκος Χατζόπουλος, Αμαλία Μουτούση, Γιώργος Ζιόβας) είτε δεν ακούγονταν καλά είτε στα ψηλά η φωνή έβγαινε ζορισμένη και κακόηχη. Οι διαδρομές από πόλη σε πόλη και οι καθημερινές παραστάσεις σίγουρα συνέβαλαν στην εμφανή στους έμπειρους θεατές κούραση των ηθοποιών. Το άλλο στοιχείο, ωστόσο, που συνήθως παραβλέπουμε, είναι οι προβληματικές προδιαγραφές πολλών ανοιχτών θεάτρων – και όχι μόνο ως προς την ακουστική τους.

Επιπλέον, στο θέατρο του Παπάγου υπάρχει στο βάθος της ορχήστρας ένα σταθερό «τοιχίο» με δύο πόρτες, καλυμμένο με πρασινάδα (πλαστική;) που αναγκαστικά επιβάλλεται στον σκηνικό χώρο. Πώς να λειτουργήσει η «γυμνή» σκηνογραφία του Πάριδος Μέξη για τον «Οιδίποδα Τύραννο», που βασίζονταν στην ιδέα των πήλινων, διάσπαρτων στο χώμα, μωρών, με φόντο τον πράσινο τοίχο; Και πώς να αναπτυχθεί και να φανεί ο κινησιολογικός σχεδιασμός της Κικής Μπάκα στην περιορισμένων διαστάσεων σκηνή;

Ο «Οιδίπους Τύραννος» που είδαν οι θεατές στο θέατρο της Επιδαύρου δεν είχε καμία σχέση με την παράσταση που παρακολούθησα εγώ στου Παπάγου – και οι χιλιάδες θεατών που την είδαν σε άλλα ακατάλληλα θέατρα.

Κανονικά, όπως ισχύει με παραστάσεις σοβαρών οργανισμών/φεστιβάλ στον υπόλοιπο κόσμο, το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου έπρεπε να επιβάλλει, τόσο για τις δικές του παραγωγές όσο και γι’ αυτές που έχουν ιδιώτες συμπαραγωγούς, όρους και προδιαγραφές που να εξασφαλίζουν το ίδιο (ή, έστω, με μικρές αποκλίσεις) σκηνικό αποτέλεσμα όπου παρουσιάζεται η παράσταση. Να διαφυλάσσεται, μ’ άλλα λόγια, το copyright του ονόματός του (Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου είναι αυτό, και οι απαιτήσεις για την ποιότητα των παραγωγών του είναι αυξημένες ακόμη κι αν παρουσιάζονται στην άλλη άκρη της χώρας) αλλά και της εργασίας του σκηνοθέτη και των υπόλοιπων συντελεστών.

Τότε, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, ο χάρτης των σταθμών στο πλαίσιο περιοδείας θα μίκραινε εντυπωσιακά. Στου Παπάγου, λ.χ., οι περισσότερες επιδαύριες παραστάσεις δεν θα μπορούσαν να παρουσιαστούν (προς αποφυγήν παρεξηγήσεως, το συγκεκριμένο θέατρο χρησιμοποιείται ως ενδεικτικό παράδειγμα).

Το ζήτημα είναι σύνθετο και αναγκαστικά οφείλει κανείς να το αντιμετωπίσει σε σχέση με την αρχή του υπέρτερου καλού. Γιατί μια παράσταση αρχαίου δράματος είναι κάτι περισσότερο από μια σκηνική πρόταση. Είναι μια ευκαιρία να ακούσει το κοινό αυτόν τον σπουδαίο λόγο, να επιβεβαιώσει –έστω και μέσω της απόδοσής του στη σημερινή ελληνική– τη σχέση του με τον μακρινό, αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, να εκτιμήσει την αξία αυτών που το εκπαιδευτικό σύστημα αδυνατεί να υποστηρίξει πειστικά.

Είναι, μ’ άλλα λόγια, προτιμότερο να μην παρουσιαστούν οι παραστάσεις του Φεστιβάλ Επιδαύρου στα ακατάλληλα θέατρα; Ή να παρουσιαστούν έστω και με την ποιοτική έκπτωση που η επιλογή αυτή συνεπάγεται; Αλλά τότε τι γίνεται με την απογοήτευση που μπορεί να προκαλέσουν στους θεατές παραστάσεις της Επιδαύρου που στο «χ» προβληματικό θέατρο δεν δικαιολογούν την προσδοκία που προκάλεσαν υμνητικές κριτικές;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη, πόσο μάλλον όταν οι ίδιοι οι καλλιτέχνες αποδέχονται την προβληματική συνθήκη (όντας ανελαστικά εξαρτημένοι από τους ιδιώτες παραγωγούς και έκθετοι στην ανυπαρξία θεσμικού πλαισίου που να προστατεύει τη δουλειά τους). Παρ’ όλα αυτά, και καθώς νέα αξιόλογα πρόσωπα ηγούνται πλέον του ιστορικού φεστιβάλ, μήπως πρέπει να εξεταστεί με ποιους τρόπους και δεσμευτικά συμβόλαια οι παραστάσεις θα διατηρούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους στο σύνολο των θεάτρων που θα παρουσιαστούν;

Ανάλογο προβληματισμό προκαλούν και χώροι υψηλού κύρους, όπως είναι το Ωδείο Ηρώδου Αττικού. Συχνά πια σκηνοθέτες και σκηνογράφοι προτιμούν ένα πολύ λιτό σκηνικό ή και εντελώς άδεια την ορχήστρα στη Επίδαυρο, μια που το φυσικό φόντο του θεάτρου είναι απαράμιλλης ομορφιάς. Τι γίνεται όμως όταν μια παράσταση, που λειτουργεί σε σχέση με το άνοιγμα στα αρχαία δέντρα, τις γραμμές των βουνών, τον μακρινό ορίζοντα και τις αλλαγές στις αποχρώσεις του ουρανού καθώς η νύχτα πέφτει, έρχεται στο Ηρώδειο με το βαρύ σκηνικό κτίριο; Στις «Ικέτιδες» του Εθνικού Θεάτρου και του ΘΟΚ, το διακριτικό σκηνικό του Γιώργου Σουγλίδη, που έδενε τόσο ωραία με τα σκοτεινά πεύκα στο βάθος του θεάτρου της Επιδαύρου, στη σκηνή του Ηρωδείου έμοιαζε παράταιρο. Το ίδιο ξένο ήταν και το σκηνικό της Κλειώς Μπομπότη για τις «Νεφέλες» του Δημήτρη Καρατζά. Είναι καιρός πια να απαιτήσουμε τόσο από το Φεστιβάλ Επιδαύρου όσο και από τους δημιουργούς μια διαφορετική αντιμετώπιση, ολική, που να προστατεύει τις παραστάσεις από λογικές μείωσης και έκπτωσης περιοδευόντων «εμπορικών» θιάσων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ