ΜΟΥΣΙΚΗ

Βραδάκι στους κήπους του «Νιάρχος», παρέα με την Κρατική

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Ο Γιώργος Βράνος διηύθυνε την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών σε ένα πρόγραμμα με δημοφιλή έργα Αμερικανών συνθετών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Παλιότερα ήταν το Μέγαρο Μουσικής και οι κήποι του. Μια όαση πρασίνου, όπου με καλό καιρό μπορούσε κανείς να απολαύσει μουσική χαλαρά, σε συνθήκες που επέτρεπαν επίσης μια διαφορετική κοινωνικότητα. Σήμερα είναι οι κήποι του Κέντρου Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ). Πολύ πιο απλόχωροι, με τελείως διαφορετικές δυνατότητες, φιλοξενούν κάθε είδους εκδηλώσεις δωρεάν, τις οποίες παρακολουθεί πλήθος κόσμου. Στις 15 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο των φθινοπωρινών εκδηλώσεων Parklife του ΚΠΙΣΝ, χίλιοι και πλέον άνθρωποι απόλαυσαν τη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών καθισμένοι στο γρασίδι. Αρκετοί θεωρούν ότι η δωρεάν αυτή προσφορά συνεισφέρει στη δημιουργία ενός δυνητικού κοινού για τη μουσική. Αραγε πόσοι από τους θεατές της βραδιάς θα πληρώσουν τον ερχόμενο μήνα το ιδιαίτερα οικονομικό εισιτήριο της ορχήστρας προκειμένου να την ακούσουν σε μια από τις τακτικές εμφανίσεις της;

Μια φθινοπωρινή βραδιά, λοιπόν, στους κήπους του «Νιάρχος», λίγο μετά την πανσέληνο, με ελαφρύ αεράκι, σχεδόν όλα λειτούργησαν μαγικά. Πάνω σε μια εντυπωσιακή, καλοφωτισμένη εξέδρα, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Γιώργο Βράνο παρουσίασε ένα πρόγραμμα με έργα Αμερικανών συνθετών. Δυστυχώς, η ηχητική εγκατάσταση, απαραίτητη λόγω του ανοιχτού χώρου, δεν βοήθησε τη δημιουργία ατμόσφαιρας, καθώς δεν κολάκευε τον ήχο της ορχήστρας, κυρίως λόγω των περιορισμένων χαμηλών συχνοτήτων. Ετσι, έμεινε κάπως στη μέση η καλή διάθεση που θα μπορούσε να δημιουργηθεί από έργα τόσο δημοφιλή και κεφάτα όσο οι «Συμφωνικοί χοροί» από το μιούζικαλ «Ουέστ Σάιντ Στόρι» του Μπέρνσταϊν και ο «Αμερικανός στο Παρίσι» του Γκέρσουιν, ενώ χάθηκαν η νοσταλγία και η ατμόσφαιρα από τα τέσσερα κομμάτια του Πιατσόλα, όλα τους διάσημα: το «Λιμπερτάνγκο», το «Ομπλιβιόν», το «Αντιός Νονίνο» και το «Φούγκα και μυστήριο».

Μπαντονεόν στα έργα του Πιατσόλα έπαιξε ο διάσημος Πολωνός Κλάουντιους Μπαράν, ο οποίος έχει τιμηθεί ειδικά για τις ερμηνείες του στη μουσική του Αργεντινού συνθέτη. Ηταν φανερό ότι κατείχε τα μυστικά της γλώσσας και κυρίως της αισθητικής της, παρότι η ποιότητα της ερμηνείας του δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί λόγω της άνισης ενίσχυσης του ήχου. Υπήρχε μια αμηχανία, η οποία επιτάθηκε λίγο αργότερα στο έργο του Γκέρσουιν, όπου η ορχήστρα έμοιαζε να δυσκολεύεται να βρει τον βηματισμό της: τα διάφορα επεισόδια της μουσικής ηχούσαν αυτόνομα, χωρίς συνοχή, και το πέρασμα από το ένα στο άλλο φαινόταν αβέβαιο.

Πολύ καλύτερα κύλησαν οι «Συμφωνικοί χοροί» από το «Ουέστ Σάιντ Στόρι», αναμφίβολα επειδή η ίδια η μουσική είναι πιο καλογραμμένη αλλά και επειδή ο Βράνος και η ορχήστρα απέδωσαν με μεταδοτική ενέργεια τον παλμό και το κέφι χορών όπως το μάμπο και το τσα τσα. Επεισαν εξίσου με τη λυρική ερμηνεία τους στα πιο ήπια μέρη, όπως το «Somewhere», το οποίο, παρεμπιπτόντως, παρωδεί δημιουργικά ένα από τα μελωδικά θέματα του «Αυτοκρατορικού» Κοντσέρτου του Μπετόβεν και ακόμα ένα από τα γνωστότερα θέματα της «Λίμνης των κύκνων» του Τσαϊκόφσκι. Σημασία δεν έχει μονάχα η «πρώτη ύλη», αλλά και τι κάνει κανείς με αυτή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ