ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ELIF SAFAK
10 Minutes 38 Seconds in this Strange World
εκδ. Penguin, 2019, σελ. 312

Λέγεται ότι ο εγκέφαλος εξακολουθεί να λειτουργεί 10 λεπτά και 38 δευτερόλεπτα, από τη στιγμή που σταματά η καρδιά μας, αφότου αφήσουμε την τελευταία μας πνοή. Γύρω από αυτή την παραδοχή πλέκει το τελευταίο μυθιστόρημά της η Ελίφ Σαφάκ, πολυβραβευμένη Τουρκοβρετανίδα λογοτέχνις. Mε 17 βιβλία στο ενεργητικό της, θαρραλέα αγωνίστρια υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ελευθερίας έκφρασης, των γυναικών και των μειονοτήτων στην Τουρκία, έχει αποκτήσει διεθνή φήμη, αλλά έχει υποστεί και διώξεις, καθώς δεν φοβάται να θίξει θέματα ταμπού, όπως η αρμενική γενοκτονία.


To εξώφυλλο του βιβλίου που εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος Penguin.

Ηρωίδα της είναι τώρα η Λέιλα, μία πόρνη που κείται νεκρή σε ένα σοκάκι της Κωνσταντινούπολης, πεταμένη σε έναν κάδο απορριμμάτων. Η Σαφάκ με μία υποβλητική γραφή που συναρπάζει τον αναγνώστη, καταφέρνει να ξαναζωντανεύσει σε 10 λεπτά και 38 δευτερόλεπτα μία 43χρονη περιπέτεια περιγράφοντας σαν σε καλειδοσκόπιο σημαδιακούς σταθμούς στη ζωή της Λέιλα μέσα σε ένα ασφυκτικό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, όπου «η ζωή δεν σου χαμογελάει, αν είσαι διαφορετικός». Από τις δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις, τις γεύσεις και τα χρώματα στο μακρινό Βαν της ανατολικής Τουρκίας, όπου γεννήθηκε το 1947, οι αναμνήσεις της πετούν στην Κωνσταντινούπολη, όπου καταλήγουν «οι κατατρεγμένοι και οι ονειροπόλοι», όπως η ίδια. Εκεί το δίχτυ προστασίας και θαλπωρής της προσφέρουν τέσσερις γυναίκες από τον μικρόκοσμο των οίκων ανοχής και των κακόφημων μπαρ και ένας παιδικός της φίλος από το Βαν. Οι ιστορίες αυτών των αφοσιωμένων φίλων της συνυφαίνονται από τη συγγραφέα με την ίδια ενσυναίσθηση που επιφυλάσσει για την πρωταγωνίστρια.

Μεγαλωμένη σε μια πατριαρχική, συντηρητική κοινωνία «σαν παγιδευμένη πεταλούδα σε ένα σπίτι γεμάτο ψέματα και μυστικά», η ατίθαση Λέιλα μηχανεύεται τρόπους για να σπάσει τα δεσμά της στο Βαν, συντροφιά με τον μόνο φίλο που διαθέτει, τον γιο της φαρμακοποιού της γειτονιάς. Το ποτήρι ξεχειλίζει σε ηλικία 16 ετών, όταν ένας θείος της που την κακοποιεί σεξουαλικά από την παιδική της ηλικία την αφήνει έγκυο, για να αποβάλει στη συνέχεια. Κυριευμένη από αισθήματα ντροπής και αυτοταπείνωσης, ενώ ο θύτης θεωρείται υπεράνω υποψίας, αποφασίζει να το σκάσει με προορισμό τη «μαγική» Κωνσταντινούπολη, την ημέρα που δολοφονήθηκε ο πρόεδρος Κένεντι, τον Νοέμβριο του 1963.

Στο Καρακιόι

Μόνη της και ευάλωτη σε μια άγνωστη μεγαλούπολη η Λέιλα αποδέχεται τη βοήθεια ενός εξυπηρετικού νέου, που όμως αποδεικνύεται μαστροπός και η Κωνσταντινούπολη μετατρέπεται γι’ αυτήν από «πόλη των ονείρων σε πόλη των πληγών». Αποκληρωμένη από την οικογένειά της συνειδητοποιεί ότι στον δρόμο με τα κόκκινα φανάρια στο λιμάνι του Καρακιόι, την περιμένει ένας αργός θάνατος, καθώς αρχίζουν οι προσαγωγές στην αστυνομία και οι επισκέψεις στο νοσοκομείο αφροδισίων νοσημάτων.


Η πολυβραβευμένη Τουρκοβρετανίδα λογοτέχνις Ελίφ Σαφάκ είναι ένθερμη υποστηρίκτρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και έχει υποστεί διώξεις στην Τουρκία, καθώς δεν φοβάται να θίξει θέματα ταμπού, όπως η αρμενική γενοκτονία.

Και όμως τον Ιούλιο 1968 η ελπίδα να απεγκλωβισθεί από τον βάλτο, εμφανίζεται στο πρόσωπο ενός αριστερού φοιτητή, του Ντάλι, που κυνηγημένος από την αστυνομία για συμμετοχή σε αντιαμερικανικές διαδηλώσεις, βρίσκει καταφύγιο στο «σπίτι», που δουλεύει η Λέιλα και της συμπεριφέρεται με μία απρόσμενη τρυφερότητα και σεβασμό, που καταλήγει σε γάμο. Μια νέα όμως οδυνηρή ανατροπή έρχεται την Πρωτομαγιά 1977, όταν ο Ντάλι χάνει τη ζωή του στην πλατεία Ταξίμ συμμετέχοντας σε μία αντικυβερνητική διαδήλωση, που πνίγεται στο αίμα.

Ο Νοέμβριος 1990 έμελλε να είναι ο μοιραίος μήνας της Λέιλα, όταν δέχθηκε να «εκπαιδεύσει σεξουαλικά» έναν απρόθυμο ομοφυλόφιλο, ενόψει του γάμου του, που είχε κανονίσει ο πλούσιος πατέρας του ενάντια στη θέλησή του. Φεύγοντας από το ξενοδοχείο Ιντερκοντινένταλ, χωρίς να εκτελέσει, με τη συναίνεση του πελάτη, την αποστολή για την οποία στρατολογήθηκε, την «ψάρεψε» μια ασημί Μερσεντές. Εκεί βρήκε φρικτό θάνατο, η τέταρτη ιερόδουλη που είχε δολοφονηθεί από δύο μισαλλόδοξους πληρωμένους εκτελεστές, εξοργισμένους γιατί την Πόλη τους «είχαν βρωμίσει διεστραμμένοι και πόρνες».

Το πτώμα της θα κατέληγε στο «νεκροταφείο των αζήτητων», όπου εναπέθεταν τους ανεπιθύμητους και απόκληρους της κοινωνίας με μόνο σημείο αναγνώρισης έναν αριθμό σε μία ξύλινη ή τσίγκινη πινακίδα. Για τους φίλους της όμως αυτός ο τελικός προορισμός δεν ήταν αντάξιος της Λέιλα. Σε μία τολμηρή μεταμεσονύκτια επιχείρηση προχώρησαν στην εκταφή της με σκοπό τη μεταφορά της σορού στο νεκροταφείο Μπεμπέκ, για να ταφεί αξιοπρεπώς δίπλα στον Ντάλι. Σε ανύποπτο χρόνο πάντως η Λέιλα είχε εκφράσει την επιθυμία να μην τη θάψουν έξι πόδια κάτω στη γη, αλλά να τη ρίξουν στη θάλασσα, για να βρει το χρυσόψαρο, που από τη γυάλα του σπιτιού είχε απελευθερωθεί προς τιμήν της σε ένα ρυάκι, τη μέρα που γεννήθηκε στο Βαν. Ετσι την τελευταία στιγμή ξεφεύγοντας από το κυνηγητό της αστυνομίας οι φίλοι της εκπληρώνουν την επιθυμία της και η Λέιλα καταλήγει στα νερά του Βοσπόρου, «ελεύθερη πλέον σε ένα βυθό χωρίς πόνο».

* Ο κ. Αχιλλέας Παπαρσένος διετέλεσε προϊστάμενος του Γραφείου Τύπου και Επικοινωνίας στην ελληνική πρεσβεία του Λονδίνου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ