Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Μπλόφες, ομάδες, σύγκρουση, συμβιβασμός

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Η Τελευταία Μπλόφα: Το Παρασκήνιο του 2015, οι Συγκρούσεις, το Plan Β» της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού είναι –όπως φανερώνει ο τίτλος αλλά και όπως γνωρίζουμε από την ευρεία συζήτηση που το εξαιρετικό βιβλίο έχει προκαλέσει– η σε βάθος διερεύνηση του κρίσιμου πρώτου εξαμήνου της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ.

Είναι η συγκλονιστική αφήγηση για τις λεπτομέρειες της σύγκρουσης με τους εταίρους και δανειστές, που έφερε την Ελλάδα λίγο πριν από την άτακτη έξοδο από το ευρώ – ίσως και από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Βασισμένο σε συνεντεύξεις με 95 πρωταγωνιστές του δράματος, με πάνω από 230 ώρες off the record συνεντεύξεων, γραμμένο από δύο επίμονες και ταλαντούχες δημοσιογράφους που έζησαν κάθε στιγμή της σύγκρουσης από κοντά, το βιβλίο παρουσιάζει νέες πτυχές του δράματος και λειτουργεί ως έγκυρο πλαίσιο για όσες άλλες μαρτυρίες έχουν δημοσιευθεί ή θα δουν το φως της δημοσιότητας.

Πέρα, όμως, από τη γλαφυρή αφήγηση των πράξεων, παραλείψεων και συζητήσεων, της χρονολογικής σειράς των εξελίξεων, «Η Τελευταία Μπλόφα» είναι και μια ιστορία τρόμου. Χωρίς υπερβολές, οι δύο συγγραφείς αναδεικνύουν κάποιες στιγμές που φαίνεται ότι η Ε.Ε. αδυνατεί να λειτουργήσει ως ενιαίος οργανισμός για το όφελος των μελών και του συνόλου. Επίσης, η προσωπική πορεία του Αλέξη Τσίπρα, από «ριζοσπάστης αντιμνημονιακός» σε συμβιβασμένο «μνημονιακό», ωχριά μπροστά στο κόστος που η χρόνια έλλειψη ικανής πολιτικής τάξης έχει για την Ελλάδα.

Διαβάζοντας την «Τελευταία Μπλόφα» διαπιστώνει κανείς πόσο λίγο έχει εμπεδωθεί στις πρωτεύουσες της Ε.Ε. η αίσθηση ενός ενιαίου πολιτικού χώρου, η επιβίωση του οποίου είναι προϋπόθεση για την ευημερία των μερών του. Παντού και πάντα κυριαρχεί το στενό εθνικό συμφέρον και το ακόμη πιο στενό κομματικό ή προσωπικό συμφέρον του κάθε ηγέτη. Κάθε χώρα φέρνει τα δικά της ζητήματα και τις δικές της νοοτροπίες στο τραπέζι· το πολιτικό μέλλον των ηγετών κρίνεται σε εθνικές εκλογές.

Οταν δεν υπάρχει συγκεκριμένος στόχος και μια ενιαία βούληση, ένα κεντρικό σύστημα εκτελεστικής εξουσίας, τότε το σύστημα εξαρτάται από τον «αυτόματο πιλότο» για να μην παρεκτραπεί.

Παρά τα μέτρα που είχαν παρθεί για την ενίσχυση των μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων από την αρχή της ελληνικής κρίσης, το πρώτο εξάμηνο του 2015 αυτό το σύστημα ταρακουνήθηκε. Ετσι, στο Eurogroup η Ελλάδα έφθασε να στέκει μόνη της, ενώ σε συνόδους κορυφής είχε τη στήριξη μόνο της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Κύπρου. Κυριολεκτικό κενό εξουσίας υπήρξε όταν η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά χρειαζόταν στήριξη, την ώρα που η προηγούμενη Επιτροπή ήταν στην έξοδο, ενώ η νέα δεν είχε αναλάβει.

Αργότερα, όταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ όρισε διαπραγματευτή τον Γ. Βαρουφάκη, οι πρόεδροι της Επιτροπής, του Eurogroup και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είχαν να κάνουν αφενός με μια Ελλάδα που προκαλούσε την ενότητα με τις απειλές της ότι θα αποχωρήσει, ενώ ο εκπρόσωπός της ήταν εξαιρετικά αντιπαθής στους ομολόγους του, και αφετέρου με μια Γερμανία που ήθελε να δει την Ελλάδα να πραγματοποιεί την απειλή της.

Κυβερνήσεις χωρών-δανειστών εξοργίστηκαν με τη συμπεριφορά των Ελλήνων, ενώ και αυτές χωρών που είχαν δανειστεί απέρριπταν οποιαδήποτε παραχώρηση προς την Ελλάδα.

Η Αγκελα Μέρκελ βρισκόταν μεταξύ του κυβερνητικού εταίρου της Ζίγκμαρ Γκάμπριελ του SPD, που πρέσβευε ηπιότερη μεταχείριση της Ελλάδας, και του υπουργού της Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, που πίεζε για την έξοδο της χώρας μας από το ευρώ. Επρεπε να διαλέξει μεταξύ της ενότητας του Eurogroup και των αντιδράσεων στη γερμανική πολιτική σκηνή.

Οι ηγέτες πολλών χωρών έπρεπε να επιλέξουν μεταξύ αλληλεγγύης και των δικών τους ψηφοφόρων (μην ξεχνάμε ότι το 2011 έπεσε η κυβέρνηση της Σλοβακίας, όταν έχασε ψήφο στη Βουλή υπέρ του δανεισμού της Ελλάδας). Η αλαζονεία του Ελληνα διαπραγματευτή την ώρα που ζητούσε παραχωρήσεις ήταν αναμενόμενο να προκαλέσει οργή και αγανάκτηση.

Η Βαρβιτσιώτη και η Δενδρινού παρουσιάζουν και τις αδυναμίες, τις αγκυλώσεις και, ενίοτε, τις αδικίες των ισχυρών (και του ΔΝΤ), αλλά και τις προσπάθειες αρκετών να βρουν λύση (κυρίως ο Φρανσουά Ολάντ). Το βιβλίο δεν μοιράζει ρόλους σε καλούς και κακούς. Στο τέλος, συμβιβασμός και επιτυχία.

Η Ελλάδα παραμένει στο ευρώ. Ο Αλέξης Τσίπρας, αφού έχει εξαντλήσει κάθε τρόπο να αποφύγει τον συμβιβασμό (μεταξύ άλλων το δημοψήφισμα), τελικά επιλέγει τον δρόμο που οι μετριοπαθείς σύμβουλοί του πρότειναν από νωρίς. Αναγκάζεται να απορρίψει τους σκληρούς και να αναγνωρίσει ότι έλεγε ψέματα στους ψηφοφόρους. Η πορεία έκτοτε δεν ήταν ρόδινη: Τα πλεονάσματα που απαιτούσαν οι δανειστές επιτεύχθηκαν με υπερβολικούς φόρους και μείωση δημόσιων (και μη) επενδύσεων, με άμεσο κόστος στην ανάπτυξη. Η διάθεση του ΣΥΡΙΖΑ για συγκρούσεις βρήκε έκφραση στο εσωτερικό μέτωπο.

Το βαθύτερο ερώτημα που θέτει αυτό το πολύτιμο βιβλίο και που μένει σε εμάς να απαντήσουμε, είναι: Πώς έφθασαν οι Ελληνες να εκλέγουν ηγέτες που δεν είχαν ιδέα για το πώς λειτουργεί ο κόσμος – όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στην ίδια τους τη χώρα;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ