Νίκος Μαραντζίδης* ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Η επίμονη κρίση της ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οποιον από τους αρνητικούς χαρακτηρισμούς κι αν υιοθετήσει κανείς για τον Μπόρις Τζόνσον, η ουσία δεν αλλάζει: ένα ιστορικό κόμμα όπως το Συντηρητικό έφτασε να έχει αυτόν για αρχηγό. Ο Μπόρις Τζόνσον, όμως, δεν απήγαγε το Συντηρητικό Κόμμα. Εκλέχτηκε στην ηγεσία του με όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Είχε μαζί του την πλειοψηφία της κοινοβουλευτικής ομάδας και των μελών του κόμματος. Ηξεραν καλά ποιος είναι και τον αποδέχτηκαν. Για την ακρίβεια, ακριβώς επειδή έχει αυτά τα χαρακτηριστικά εκλέχτηκε.

Το βαθύτερο ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι ο Μπόρις Τζόνσον, αλλά το τι συμβαίνει στους Τόρις και στη βρετανική κοινωνία. Από την εποχή του δημοψηφίσματος για το Brexit έχουν γραφτεί πολλά για τη ριζοσπαστικοποίηση σημαντικού τμήματος της βάσης του Συντηρητικού Κόμματος, κυρίως των ηλικιωμένων και όσων κατοικούν στην περιφέρεια. Πώς, δηλαδή, κάποιοι οικονομικοί, κοινωνιολογικοί και ψυχολογικοί παράγοντες κατευθύνουν προς εθνικιστικές, απομονωτικές και αυταρχικές πολιτικές επιλογές, με άλλα λόγια οδηγούν τους ψηφοφόρους δεξιότερα, πολύ δεξιά. Είναι χαρακτηριστικό πως το 54% των Bρετανών, όπως πρόσφατη έρευνα έδειξε, πιστεύει ότι η χώρα «χρειάζεται έναν ισχυρό ηγέτη που να παραβιάζει τους κανόνες». Εχουν γραφτεί πολλά επίσης για την αποτυχία του Ντέιβιντ Κάμερον να εκσυγχρονίσει και να μετατοπίσει τους Τόρις προς το κέντρο (φοβάμαι μήπως στο μέλλον χρειαστεί να κάνουμε παραλληλισμούς με τη Ν.Δ.).

Το ζήτημα δεν είναι αμιγώς βρετανικό. Η Βρετανία είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, τα κεντροδεξιά εκλογικά ακροατήρια βιώνουν μια κρίση εμπιστοσύνης στη σχέση τους με τα κόμματα που παραδοσιακά τους εκπροσωπούσαν. Ετσι, είτε τα καθιερωμένα συντηρητικά κόμματα μεταμορφώνονται, όπως το βρετανικό (προκειμένου να μην τους εγκαταλείψουν οι ψηφοφόροι για το Κόμμα του Brexit) ή το ουγγρικό, είτε πλαγιοκοπούνται από αυταρχικά και λαϊκιστικά κόμματα και αποσυντίθενται.

Στη Γαλλία, η Μαρίν Λεπέν, μετά την επιτυχία της στις προεδρικές εκλογές το 2017 και την πρωτιά στις πρόσφατες ευρωεκλογές, ενίσχυσε την ανησυχία πολλών πως η Ακροδεξιά έπαψε να είναι απλώς ψήφος διαμαρτυρίας και παγιώνεται ως δεύτερος πόλος στο γαλλικό πολιτικό σύστημα. Η σπαρασσόμενη από προσωπικές αντιθέσεις και ίντριγκες καθιερωμένη γαλλική Κεντροδεξιά ζει το δικό της υπαρξιακό δράμα χωρίς ορατά σημάδια επανάκαμψης. Ο υποψήφιός της για την προεδρία Φρανσουά Φιγόν έλαβε 20% το 2017 και το ψηφοδέλτιο των Ρεπουμπλικανών στις ευρωεκλογές μόλις 8,5%.

Η ιταλική Δεξιά παρουσιάζει τα ίδια συμπτώματα σε πιο ακραία μορφή. Η καθιερωμένη Κεντροδεξιά, η Χριστιανοδημοκρατία, κατέρρευσε ήδη από τη δεκαετία του ’90. Μετά τον Μπερλουσκόνι (που σήμερα φαντάζει «κανονικός»), o χώρος της καταλήφθηκε από τον αντιπαθητικό ευρωσκεπτικιστή Σαλβίνι και τη Λίγκα του. Η εικόνα του Σαλβίνι είναι τόσο αποκρουστική στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ώστε η τελευταία έκανε ό,τι μπορούσε για να σχηματιστεί μια κυβέρνηση συνεργασίας του Κόμματος των 5 Αστέρων με το Δημοκρατικό Κόμμα, μια κυβέρνηση «αντι-Σαλβίνι» δηλαδή, προκειμένου να αποφευχθεί η «ορμπανοποίηση» της Ιταλίας. Θα φανεί σύντομα εάν αυτός ο θρίαμβος επί του αυταρχικού λαϊκισμού αποδειχθεί προσωρινός και εύθραυστος.

Σε κάθε περίπτωση, τα μαντάτα που έρχονται από την ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά δείχνουν μεγάλη αναστάτωση. Είναι απορίας άξιο πώς αντέχει ακόμη η γερμανική Χριστιανοδημοκρατία. Παρά τις εμφανείς μετατοπίσεις των Χριστιανοδημοκρατών προς τα δεξιά το τελευταίο διάστημα, η γερμανική Κεντροδεξιά είναι μια όαση μπροστά σε αυτό που συμβαίνει αλλού. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αν οι Γερμανοί συντηρητικοί ψηφοφόροι μετατοπιστούν λίγο ακόμη προς την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (που τώρα στις δημοσκοπήσεις βρίσκεται στο 15%) θα υπάρξει ζήτημα και για τη Γερμανία και για το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Θετική είναι και η ελληνική περίπτωση. Η Ν.Δ., παρά τη συστηματική προσπάθεια κάποιων στελεχών της να τη μετατρέψουν σε κόμμα τύπου Σαλβίνι, παραμένει ένα φιλοευρωπαϊκό κεντροδεξιό κόμμα, έστω και με «βαλκανικά» χαρακτηριστικά.

Τι συμβαίνει, λοιπόν, και τα καθιερωμένα ευρωπαϊκά κεντροδεξιά κόμματα είτε παρουσιάζουν «κρίσεις πανικού» είτε, ακόμη χειρότερα, αποσυντίθενται προς όφελος εθνικιστικών, αυταρχικών και ευρωσκεπτικιστικών επιλογών;

Υπάρχει ένας αισιόδοξος και ένας απαισιόδοξος τρόπος να δει κανείς τα πράγματα: Αν υιοθετήσουμε την ανάλυση του καθηγητή του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Στάθη Καλύβα, ο οποίος όμως πρέπει να σας πω πως είναι από τη φύση του πολύ αισιόδοξος άνθρωπος, τότε αυτό που βλέπουμε σήμερα στην ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά συνιστά έναν λαϊκιστικό κύκλο από τον οποίο η Ευρώπη θα βγει κάποια στιγμή – όπως περίπου βγήκε η χώρα μας σταδιακά μετά το 2015, αποκομίζοντας κάποια χρήσιμα μαθήματα από την εμπειρία αυτή.

Αν όμως οι αιτίες είναι περισσότερο δομικές και βαθιές (ηλικιακή γήρανση, μειωμένες οικονομικές προσδοκίες, λήθη των συνεπειών του φασισμού κ.ά.), όπως εγώ νομίζω, τότε ακόμη και αν αυτός ο κύκλος κλείσει, ένας άλλος θα ανοίξει σύντομα.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κεράλα (Ινδία).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ