ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το υψηλό τίμημα του εμπορικού πολέμου

ΡΟΥΜΠΙΝΑ ΣΠΑΘΗ

Η Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία μετά το ΔΝΤ αναλαμβάνει το τιμόνι της ΕΚΤ, κάλεσε τους πολιτικούς ηγέτες να στηρίξουν την οικονομία με τη δημοσιονομική πολιτική τους και να αποφύγουν τις αυτοκαταστροφικές επιλογές.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πυκνώνουν τα σύννεφα πάνω από την παγκόσμια οικονομία, που αρχίζει να ασθμαίνει, καθώς συμπληρώνει περισσότερο από ενάμισι έτος υπό το βάρος του σινο-αμερικανικού εμπορικού πολέμου και περισσότερο από τρία έτη μέσα στην αβεβαιότητα του Brexit.  Οι επιπτώσεις που έχει επιφέρει στο εμπόριο και στις επενδύσεις η αναμέτρηση δυνάμεων ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου είναι πλέον ανησυχητικές. Σε αυτό το δυσοίωνο τοπίο της παγκόσμιας οικονομίας προστίθεται τους τελευταίους μήνες χιονοστιβάδα από επιβαρυντικούς παράγοντες, όπως, για παράδειγμα, οι νέοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι στη Μέση Ανατολή, τα πλήγματα στη Σαουδική Αραβία, η ένταση ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στην Τεχεράνη και η αποσταθεροποίηση της αγοράς πετρελαίου.

Εξωθούν, έτσι, διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ, αλλά και την ΕΚΤ, να αναθεωρούν επί τα χείρω τις εκτιμήσεις τους για την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας και να προειδοποιούν κράτη και κυβερνήσεις πως πρέπει να αντιμετωπίσουν την επιβράδυνση με τη δημοσιονομική πολιτική, αλλά και να μην προκαλούν δεινά στις ίδιες τις οικονομίες τους. Εξωθούν, όμως, παράλληλα τις κεντρικές τράπεζες να αναλάβουν για άλλη μία φορά τη στήριξη των οικονομιών, αλλά ακόμη και μερικές αμετανόητες κυβερνήσεις να εξετάσουν αλλαγή στη δημοσιονομική τους ορθοδοξία.

Τον κώδωνα του κινδύνου έκρουσε εντός της εβδομάδας ο ΟΟΣΑ, όταν εξέφρασε την εκτίμηση πως φέτος η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας θα είναι σαφώς ασθενέστερη από εκείνη του περασμένου έτους, καθώς θα περιοριστεί στο 2,9% από το 3,6% του 2018. Θα είναι επίσης μικρότερη από την προηγούμενη πρόβλεψή του για ανάπτυξη 3,2%. Απέδωσε την επιδείνωση στον αντίκτυπο του εμπορικού πολέμου στο παγκόσμιο εμπόριο που μειώνεται, ενώ προ διετίας αυξανόταν με ρυθμό 5%. Προειδοποίησε έτσι τις μεγάλες οικονομίες πως, αν δεν μεριμνήσουν δεόντως, η παγκόσμια οικονομία θα παγιδευθεί σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης, από τον οποίο θα είναι δύσκολο να αποδράσει. Οι προειδοποιήσεις του διεθνούς οργανισμού συνέπεσαν με εκείνες της Κριστίν Λαγκάρντ, που, ενώ ετοιμάζεται να διαδεχθεί τον Μάριο Ντράγκι στο τιμόνι της ΕΚΤ, τόνισε πως η παγκόσμια οικονομία είναι «εύθραυστη» και κάλεσε τους πολιτικούς ταγούς να τη στηρίξουν με τη δημοσιονομική πολιτική και να αποφύγουν τις αυτοκαταστροφικές επιλογές.

Είχε προηγηθεί μία ημέρα νωρίτερα η απόφαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, της Federal Reserve, να μειώσει το κόστος του δανεισμού για δεύτερη φορά μέσα στο έτος για να τονώσει την οικονομία της υπερδύναμης, που αρχίζει να παρουσιάζει ρωγμές μετά την ανταλλαγή δασμών με την Κίνα.  Κι ενώ έχει προηγηθεί ακόμη μία μείωση των επιτοκίων του δολαρίου τον Ιούλιο, η Fed άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να προχωρήσει σε αλλεπάλληλες μειώσεις των επιτοκίων αν παραστεί ανάγκη. Επικαλέστηκε βέβαια τις επιπτώσεις που έχει ο εμπορικός πόλεμος στην αμερικανική οικονομία, που, ωστόσο, ανθίσταται προς το παρόν και εξακολουθεί να αναπτύσσεται με ήπιους ρυθμούς.

Και όμως οι κινήσεις της δεν ικανοποίησαν τον Αμερικανό πρόεδρο που ζητεί περαιτέρω χαλάρωση, επισημαίνοντας ότι στον υπόλοιπο κόσμο το κόστος του δανεισμού βρίσκεται σε επίπεδα υπό του μηδενός. Μπορεί το ταπεραμέντο του Αμερικανού προέδρου να είναι εκρηκτικό, αλλά οι διαμαρτυρίες του είναι ώς ένα βαθμό δικαιολογημένες εφόσον μία εβδομάδα πριν από την απόφαση της Fed η ΕΚΤ ανακοίνωσε δέσμη μέτρων για τη στήριξη της Ευρωζώνης. Ο απερχόμενος πρόεδρός της Μάριο Ντράγκι επικαλέστηκε στα τελευταία στοιχεία που κατατείνουν σε περαιτέρω εξασθένιση της οικονομίας της Ευρωζώνης ως αποτέλεσμα του εμπορικού πολέμου και αναθεώρησε επί τα χείρω τις προβλέψεις της τράπεζας για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό. Για το 2019 προβλέπει ανάπτυξη μόλις 1,1%, δηλαδή κατά 10 μονάδες βάσης χαμηλότερη από την προηγούμενη πρόβλεψή της και πληθωρισμό μόλις στο 1,2% όταν ο στόχος είναι 2%.

Προχώρησε, έτσι, σε περαιτέρω μείωση των επιτοκίων βαθύτερα σε αρνητικό έδαφος και σε νέο γύρο φθηνών δανείων προς τις ευρωπαϊκές τράπεζες, αλλά προπαντός ανακοίνωσε την επανεκκίνηση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης εννέα μόλις μήνες μετά τον τερματισμό του τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους. Από 1ης Νοεμβρίου θα αγοράζει ομόλογα αξίας 20 δισ. ευρώ τον μήνα. Αιφνιδίασε μάλιστα τις αγορές όταν υποσχέθηκε για λογαριασμό της τράπεζας πως θα συνεχιστούν οι αγορές ομολόγων «για όσο χρειαστεί». 

Για άλλη μία φορά, όμως, ο Μάριο Ντράγκι συνέστησε στις κυβερνήσεις να αναλάβουν οι ίδιες τη στήριξη των οικονομιών τους κάνοντας χρήση της δημοσιονομικής πολιτικής. Μόνο που αυτή τη φορά η έκκλησή του ηχεί πιο πειστική, καθώς έχουν πληθύνει σημαντικά οι φωνές όσων υπογραμμίζουν πως η νομισματική πολιτική έχει περιορισμένες δυνατότητες και μόνον η αύξηση των δημοσίων δαπανών μπορεί πραγματικά να αποτελέσει τον παράγοντα που θα επιταχύνει τους ρυθμούς ανάπτυξης.

Μόλις 50 δισ.

Οταν όλοι οι δείκτες κατατείνουν σε επιβράδυνση και οι κεντρικές τράπεζες συνιστούν αναπτυξιακή δημοσιονομική πολιτική, το ερώτημα είναι κατά πόσον έχουν πείσει το ανένδοτο Βερολίνο να επενδύσει τα δυσθεώρητα πλεονάσματα στον εκσυγχρονισμό των απηρχαιωμένων υποδομών της Γερμανίας. Από όσα έχουν δηλώσει το τελευταίο χρονικό διάστημα ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Ολαφ Σολτς και η Αγκελα Μέρκελ, φαίνεται να κάμπτονται οι αντιστάσεις του Βερολίνου από τη συρρίκνωση κατά 0,1% που σημείωσε το γερμανικό ΑΕΠ το β΄ τρίμηνο του έτους. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν αναμένονται τολμηρά ανοίγματα από πλευράς Βερολίνου. Από τις τοποθετήσεις του κ. Σολτς προκύπτει ότι μόνον εάν διολισθήσει σε βαθιά ύφεση η γερμανική οικονομία, το Βερολίνο μπορεί να δαπανήσει έως και 50 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 1,5% του γερμανικού ΑΕΠ. Ορισμένοι πολιτικοί παρατηρητές ευελπιστούν μάλιστα πως κάποια στιγμή μπορεί να αμφισβητηθεί ακόμη και το θέσφατο του «φρένου χρέους», που έχει θεσμοθετηθεί στο σύνταγμα της Γερμανίας και έχει «παγώσει» τον δανεισμό της σε μηδενικά επίπεδα την τελευταία πενταετία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ