Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Τζον Μπέρκοου: Στάβλοι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

«Συνάδελφοι, καλώς ήρθατε πάλι στον τόπο της εργασίας μας». Ετσι, με αυτά τα κοινά λόγια, ο Τζον Μπέρκοου «κήρυξε» χθες την επαναλειτουργία της Βουλής των Κοινοτήτων. Ηταν μια ωραία στιγμή – ανακουφιστική, αν και όχι ευοίωνη. Αυτή η μορφή στην έδρα –με στόμφο τόσο παλιομοδίτικο όσο και οι γραβάτες του, αλλά και με ρητορικά αντανακλαστικά ικανά να ισοπεδώσουν κάθε δημαγωγικό νούμερο– φαντάζει πια σαν ενσάρκωση μιας αρχαίας πολιτικής κουλτούρας που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια του σώματος που διευθύνει.

Για να καθίσει ο Μπέρκοου ξανά στην έδρα του, χρειάστηκε η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που ήρε την αναστολή των λειτουργιών του Κοινοβουλίου. Για την ακρίβεια, δεν την ήρε. Αναγνώρισε την ανυπαρξία της.

Το κείμενο του δικαστηρίου δεν είναι απλώς το κείμενο μιας δικαστικής απόφασης. Οι συντάκτες του αναγνωρίζουν τη στιγμή «εκτάκτου ανάγκης» στην οποία καλούνται να λάβουν την απόφασή τους. Αναγνωρίζουν ευθέως και την εις βάρος τους καχυποψία ότι μπαίνουν στον πειρασμό να υποκαταστήσουν την κυβέρνηση – και την πολιτική εν γένει.

Οι 25 σελίδες με τις οποίες αντεπεξέρχονται σε αυτές τις προκλήσεις –αναδιφώντας σε μια θεσμική μνήμη τετρακοσίων ετών– είναι γραμμένες σε μια διαυγή, αμείλικτη γλώσσα. Μπορεί το δικαστήριο να κρίνει την απόφαση του πρωθυπουργού; Μα, αν δεν παρενέβαινε το δικαστήριο, ο πρωθυπουργός δεν θα λογοδοτούσε στο Κοινοβούλιο παρά μόνον αφότου θα είχαν εκπληρωθεί οι σκοποί του. Το μόνο που θα μπορούσε το Κοινοβούλιο να κάνει τότε, θα ήταν «να κλείσει την πόρτα του στάβλου, αφού το άλογο θα είχε αφηνιάσει».

Δεν συνιστά η παρέμβαση της Δικαιοσύνης σε ένα τόσο «πολιτικό» ζήτημα παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών; Αντιθέτως, λένε οι δικαστές. Παρεμβαίνοντας, η Δικαιοσύνη εγγυάται τη διάκριση, εξασφαλίζοντας ότι η εκτελεστική εξουσία δεν θα εμποδίσει το Κοινοβούλιο να επιτελέσει τις νόμιμες λειτουργίες του. Αν το δικαστήριο δεν υποδείξει το νόμιμο όριο της ευχέρειας της κυβέρνησης να κλείνει τη Βουλή, τότε «η υπόλογη εξουσία θα δώσει τη θέση της στην ανεξέλεγκτη εξουσία: δηλαδή το αντίθετο του δημοκρατικού υποδείγματος».

Για πολλές δεκαετίες μετά τον Πόλεμο, αυτοί οι συλλογισμοί ήταν περίπου αυτονόητοι. Σήμερα τα δικαστήρια αναγκάζονται να τους επαναδιατυπώσουν για να αποτρέψουν τη διολίσθηση «στο αντίθετο της δημοκρατίας».

Η απόφαση για το άνοιγμα του βρετανικού Κοινοβουλίου, όπως και η απόφαση της αμερικανικής Βουλής να ερευνήσει έναν ανεξέλεγκτο πρόεδρο, είναι ανάσες. Δεν είναι όμως καν η αρχή της αρχής του τέλους. Η βρετανική Βουλή θα εξακολουθήσει –εκτός απροόπτου– να είναι η έδρα του πολιτικού βραχυκυκλώματος. Και η έρευνα κατά του Τραμπ δεν είναι σίγουρο ότι θα τον εκθέσει, περισσότερο απ’ ό,τι θα τον εκθρέψει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ