Το «Κ» παρακολούθησε την ολοκλήρωση του νέου Μουσείου του Ιδρύματος Γουλανδρή, που δίνει ζωή σε ένα όραμα δεκαετιών. 

«Όλοι θέλουν να καταλάβουν τη ζωγραφική. Γιατί δεν προσπαθούν να καταλάβουν το κελάηδημα των πουλιών; Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να καταλάβουν τη ζωγραφική;» είχε πει σε ανύποπτο χρόνο ο Πικάσο. Όταν είμαστε παιδιά, πρώτα αναγνωρίζουμε με τις αισθήσεις μας. Πρώτα έρχονται οι εικόνες και μετά οι λέξεις. Σπούδασα Ιστορία της Τέχνης επειδή, ακόμη και τώρα που μπορώ να χρησιμοποιώ λέξεις, συνεχίζω να σκέφτομαι με εικόνες. Όταν επισκεφθείτε για πρώτη φορά το νέο μουσείο του Ιδρύματος Γουλανδρή, στην οδό Ερατοσθένους 13, μην προσπαθήσετε να εξηγήσετε τίποτα. Αφεθείτε σε όσα θα νιώσετε παρατηρώντας μέσα και έξω από το μουσείο, στις παρυφές του Παγκρατίου, δίπλα από το Καλλιμάρμαρο. 

Τον Ιούλιο, όταν ο φωτογράφος του «Κ» Βαγγέλης Ζαβός τράβηξε τις πρώτες φωτογραφίες, υπήρχε μόνο η αρχιτεκτονική να βάζει τα πρώτα κομμάτια σε ένα παζλ που περίμενε σχεδόν τριάντα χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί. Στην αρχή ήταν το λευκό μάρμαρο και οι φυσικές καμπύλες στην εσωτερική σκάλα που έδιναν τη ροή. Μετά ακολούθησαν τα γλυπτά, που φανερώνονται αναπάντεχα σε κάθε εσοχή ανάμεσα στους έντεκα ορόφους του νέου μουσείου, κρατώντας μας σε εγρήγορση από το πρώτο μας βήμα μέσα σε αυτή την περιπέτεια που η πρόεδρος του ΔΣ του Ιδρύματος, Fleurette Καραδόντη, ονόμασε «αγαπώ και ανακαλύπτω την τέχνη». Στο υπόγειο υπάρχει ακόμα μόνο ένα πιάνο, καλυμμένο με ένα σκούρο πράσινο βελούδο, αλλά δεν είναι κάποια installation έργου σύγχρονης τέχνης. Πρόκειται απλώς για τον χώρο που θα φιλοξενήσει τις μελλοντικές περιοδικές εκθέσεις του μουσείου, η πρώτη εκ των οποίων έχει προγραμματιστεί για το φθινόπωρο του 2020. 

Είναι Σεπτέμβριος και το πρώτο πράγμα που αντικρίζω αυτή τη φορά μπαίνοντας στο ισόγειο είναι το εμβληματικό πορτρέτο της Ελίζας Γουλανδρή από τον Μαρκ Σαγκάλ, το 1969. Πλησιάζοντας, διακρίνω ότι στον πίνακα δεν είναι μόνη της η Ελίζα. Η αχνή φιγούρα του συζύγου της, Βασίλη Γουλανδρή, πλανάται από πάνω της και ο καλλιτέχνης αποτυπώνει σε έναν πίνακα την ουσία μιας διακριτικής σχέσης, ένα ζευγάρι που ήταν μαζί και στη ζωή και στην τέχνη. Μετά κοιτάζω τα χρώματα έξω από τα παράθυρα, ένα τετράγωνο πορτοκαλί μαγαζί απέναντι, το έντονο πράσινο στις τέντες τριγύρω, την ώχρα στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα δίπλα από το μουσείο, και όλα μου θυμίζουν το χρώμα όπως το χρησιμοποιούσε ο Σεζάν. Το χρώμα ως δομή. Και όπως λειτουργούσε η προοικονομία στα ομηρικά έπη, έτσι και όλα αυτά με προετοιμάζουν για όσα θα συναντήσω στον επόμενο όροφο.

 


Τo σύγχρονων προδιαγραφών αμφιθέατρο, 190 θέσεων.

 

Συλλογή με συναίσθημα

Αλλά και τίποτα δεν μπορεί να σε προετοιμάσει για τη στιγμή που θα δεις από κοντά τη «Θεία Μορφή» του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (El Greco), το πρώτο έργο που αγόρασε το ζεύγος Γουλανδρή, το 1956. «Πρόκειται για μια προσωπική συλλογή. Τα έργα που επέλεγαν τα ζούσαν, τα απολάμβαναν στην καθημερινότητά τους, συζητούσαν γι’ αυτά με τους φίλους τους και εξερευνούσαν συνεχώς τον διάλογο των έργων μεταξύ τους κάθε φορά που τους άλλαζαν θέση», αποκαλύπτει η Μαρία Κουτσομάλλη, υπεύθυνη της συλλογής του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή. 

Στα μάτια μου φαντάζει μια βαθιά συναισθηματική συλλογή, με αδιόρατες συνδέσεις που οδηγούν από την ασκητική φιγούρα του Χριστού του Ελ Γκρέκο στην ασκητική ζωή του Βαν Γκογκ και στον πίνακά του «Νεκρή φύση με καφετιέρα», όπου απεικονίζονται τα μοναδικά υπάρχοντα του καλλιτέχνη όταν μετακόμισε στην Αρλ μόνος του, χωρίς καν ένα κρεβάτι να κοιμηθεί. 

Στην πρώτη ξενάγηση, αρκετές ημέρες πριν από τα επίσημα εγκαίνια της 1ης Οκτωβρίου, δεν αναγράφονται ακόμη τα στοιχεία για κάθε έργο, αλλά αναγνωρίζω αμέσως τη μικρή αυτοπροσωπογραφία του Σεζάν, «του πατέρα όλων μας», όπως είχε πει ο Πικάσο, και του «πατέρα αυτής της συλλογής», καθώς ήταν το δεύτερο και το σημαντικότερο έργο που αγοράστηκε. 

Το βλέμμα του Σεζάν με οδηγεί απέναντι, στο έργο του Μονέ «Ο καθεδρικός ναός της Ρουέν το πρωί (ροζ απόχρωση)», με τις παστέλ αποχρώσεις του να αντανακλούν εκείνες του πίνακα «Η συγκομιδή της ελιάς» του Βαν Γκογκ πιο δίπλα. Η ανάλαφρη παιδικότητα της «Μικρής χορεύτριας δεκατεσσάρων ετών» του Ντεγκά συνομιλεί με τον αισιόδοξο σουρεαλισμό της «Ακρίδας» του Μιρό και τον «Νέο με ανθοδέσμη» του Πικάσο, ένα έργο του 1905. Ένας γλυκός νέος που δούλευε σε τσίρκο με κοιτάζει στα μάτια σαν να αποζητά την αποδοχή μου. Η «Γυμνή γυναίκα με σηκωμένα χέρια», το δεύτερο έργο του Πικάσο που διαθέτει η συλλογή και χρονολογείται το 1907, αδιαφορεί γι’ αυτήν. 

Πλέον η ζωγραφική έχει γίνει γεωμετρία. Και η μάσκα που φέρει για πρόσωπο φαίνεται να μου λέει «εγώ είμαι έτσι και δεν με ενδιαφέρει αν με θεωρείς όμορφη ή όχι». Τα εκφραστικά γλυπτά του Ογκίστ Ροντέν και της Καμίγ Κλοντέλ, ενός άλλου ζευγαριού που πορεύτηκε μαζί στη ζωή και στην τέχνη, κάνουν τον τελευταίο πίνακα δίπλα τους να χαραχθεί ακόμα πιο έντονα στη μνήμη μου. Είναι «Η πασιέντζα» του Ζορζ Μπρακ. Είναι 1942 και η γυναίκα στον πίνακα πίνει κρασί και ρίχνει τα χαρτιά, περιμένοντας να δει αν θα γυρίσει ο αγαπημένος της από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που έχει ξεσπάσει. 

Διάθεση για μια νέα αρχή

Στον επόμενο όροφο, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει. Υπάρχει διάθεση για μια νέα αρχή, το φανερώνει και η ποπ «Ανατολή» του Λιχτενστάιν. Ο Λεζέ παίρνει εκδίκηση για τους νεκρούς με το έντονο χρώμα, ο λυρισμός συνυπάρχει με την αφαίρεση, ο Πόλοκ ζωγραφίζει με ορμή πάνω σε επιτραπέζια παιχνίδια του μπέιζμπολ, ο Κλέε και ο Χουντερτβάσερ προσπαθούν να καταλάβουν το «ανθρώπινο κεφάλι» και ο υπαρξισμός στα γλυπτά του Τζιακομέτι μαρτυρά «μια ευαίσθητη ανθρωπότητα που στέκεται και αντέχει, παρόλο που μπορεί να πέσει ανά πάσα στιγμή», τονίζει η Μ. Κουτσομάλλη. Οι άνθρωποι αυτοσχεδιάζουν, όπως ο Ματίς στη σειρά που δημιούργησε με την τεχνική του κολάζ όταν ήταν βαριά άρρωστος. Ο όροφος αυτός είναι γεμάτος και με σχέδια σε χαρτί από καλλιτέχνες όπως ο Μοντιλιάνι και ο Ντε Κίρικο, σχέδια που κατάφεραν και άντεξαν τελικά στη φθορά του χρόνου. Ο Άνσελμ Κίφερ και ο Φράνσις Μπέικον υπενθυμίζουν πόσο ευάλωτος είναι ο άνθρωπος και πόσο οδυνηρή μπορεί να γίνει η ζωή, αλλά ο έρωτας έρχεται για ακόμη μία φορά να σώσει την ημέρα, και μένω να κοιτάζω τα γλυπτά του αβανγκάρντ ζευγαριού Μπάρμπαρα Χέπγουορθ και Μπεν Νίκολσον, καθώς και τη σημαντική συλλογή του ζεύγους Γουλανδρή από γαλλικά έπιπλα που διέθεταν στα σπίτια τους. 

 


Το αρχιτεκτονικά ενδιαφέρον κλιμακοστάσιο.

 

Οι όροφοι με τους Έλληνες

Στους επόμενους δύο ορόφους βρίσκονται ο πρώιμος Παρθένης και τα χαρακτηριστικά έργα του Χατζηκυριάκου-Γκίκα, το πορτρέτο του Γιώργου Σεφέρη από τον Μακρή να υπενθυμίζει ότι ένα στενό δίπλα από το μουσείο είναι το σπίτι της οδού Άγρας, όπου έμεινε ο Έλληνας ποιητής. Υπάρχει η Ύδρα του Βερούκα και του Τέτση, η Άνοδος της Όπυς Ζούνη και η Αποκαθήλωση του Γαΐτη, ο ναύτης του Τσαρούχη, ο ερωτικός Μόραλης, ο Σάμιος, ο Τσόκλης, η Σοφία Βάρη, ο Φασιανός, ο Μυταράς και ο Μπουζιάνης. Είναι όλοι εδώ, μέχρι να φτάσω εκεί από όπου ξεκίνησα, σε ένα ακόμη πορτρέτο της Ελίζας και του Βασίλη Γουλανδρή, αυτή τη φορά από τον Γιώργο Ρόρρη. 

Πέντε διαφορετικές γενιές καλλιτεχνών, τόσες διαφορετικές γενιές ανθρώπων που θα τους αντικρίσουν για πρώτη φορά. «Η τέχνη δεν διαχωρίζει. Η τέχνη ενώνει», θα πει ο διευθυντής του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, Κυριάκος Κουτσομάλλης, την ημέρα της συνέντευξης Τύπου, λίγο πριν το νέο μουσείο υποδεχθεί το κοινό στις 2 Οκτωβρίου, και αυτός είναι ο πιο σημαντικός ρόλος του. ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ