ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Κατερίνα Μυστακίδου συνάντησε, πριν από χρόνια, τον νομπελίστα Περουβιανό συγγραφέα Μάριο Βάργκας Γιόσα* δύο φορές, στο Περού, στη Λίμα, «στη δική μας άνοιξη που είναι το δικό τους φθινόπωρο». Τη δεύτερη φορά, γράφει στο περιοδικό «Δέκατα», παρατήρησε ότι «μόνο τα μάτια του μου ήταν γνώριμα και είχαν ακόμα ένα χρώμα ανοιχτού μελιού με πράσινο. Τα μάτια είχαν παραμείνει αναλλοίωτα από τον χρόνο, μεγάλα και ζεστά. Παλιότερα θα τα είχα χαρακτηρίσει αγαπησιάρικα γιατί ο διάσημος συγγραφέας Μάριο Βάργκας Γιόσα ήταν ερωτιάρης και χαμογελούσε πολύ, ειδικά στις γυναίκες. Ηταν πολύ ωραίος και εκμεταλλευόταν τη γνώση αυτή για γλυκιές αταξίες. Ομως, ούτε αυτόν τον πιο αντιπροσωπευτικό συγγραφέα του βαθιά καθολικού Περού είχαν ξεχάσει ο θεός και ο χρόνος».

Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει χαρακτηριστικό απόσπασμα από το εκτενές κείμενο που περιλαμβάνεται στο επόμενο τεύχος των «Δεκάτων», το οποίο κυκλοφορεί αύριο, 30 Σεπτεμβρίου.

Οταν έφθασα στη Λίμα το φθινόπωρο είχε προχωρήσει αλλά το πρωί είχε μία γλυκιά ευχάριστη ζέστη και ο ουρανός ήταν ατσαλάκωτα γαλάζιος και άνετα κυκλοφορούσε κανείς μ’ ένα πουλόβερ. Φορούσα ένα περίεργο κόκκινο πουκάμισο που είχε ντουμπλαρισμένο τον γιακά από πίσω με κίτρινο ύφασμα. Ηταν φανελένιο, ριχτό και έμοιαζε σχεδόν περουβιάνικο πάνω από το χοντρό κοτλέ, χακί παντελόνι. Ηταν τέλη Μάρτη του 1990 και πήγαινα να δω τον Μάριο Βάργκας Γιόσα, τον διάσημο, Περουβιανό συγγραφέα που κατέβαινε για πρόεδρος. Τον είχα ξανασυναντήσει. Οταν έφθασα στις Φλόρες, τη γειτονιά του, θυμήθηκα τα συναισθήματα που είχα την πρώτη φορά. Είχα φθάσει λίγο νωρίτερα και όταν με άφησε το ταξί δεν πίστευα ότι το τεράστιο κτίριο που ορθωνόταν στην άκρη ενός γκρεμού σύριζα σε ένα στενό δρόμο ήταν το σπίτι του. Καθώς το κοιτούσα έβλεπα κάθετα κάτω από τον γκρεμό τον Ειρηνικό ωκεανό. Ποτέ πριν δεν είχα δει τον ωκεανό στη Λίμα. Ηταν μία πελώρια βίλα ολόασπρη με ψηλά φαρδιά άσπρα τείχη και μία μικρή μπλε πόρτα σαν μάτι για να βλέπει τους εχθρούς από τα τείχη. Την είχα φέρει βόλτα τρεις φορές πριν αποφασίσω να πατήσω το κουδούνι. Δεν πίστευα ότι ήταν το σπίτι ενός συγγραφέα που στη βιογραφία την οποία είχα διαβάσει έλεγε ότι στα διαλείμματα από το γράψιμο στο Παρίσι κυνηγούσε ποντίκια κάτω από το κρεβάτι του.

Η πόρτα άνοιξε σε ένα τεράστιο μονοκόμματο σκιασμένο σαλόνι και ένας υπηρέτης με άσπρη στολή με κοντά μανίκια και χρυσές επωμίδες, καθαρός Ινδιάνος με τετράγωνο θώρακα και το κεφάλι κολλημένο στο σώμα και τα μάτια μία γραμμή παράλληλη με τα φρύδια, με οδήγησε από την κυκλική σκάλα με τα τζάμια που έβλεπε από τη μία μεριά την τεράστια πισίνα με τα τροπικά φυτά ολόγυρα. Ανέβηκα προσεκτικά την ξύλινη σκάλα κοιτώντας τριγύρω για να φθάσω στην κορυφή στο γραφείο του διάσημου συγγραφέα. Στο τελευταίο σκαλί κοντοστάθηκα. Ηταν η αποκάλυψη. Ηταν ανοιχτό από όλες τις μεριές με τζάμι και έβλεπε από παντού τον ωκεανό σα να ήταν καράβι. Κανείς είχε την αίσθηση ότι αν είχε φτερά θα πετούσε πάνω από τη θάλασσα. Τα βιβλία ήταν τακτοποιημένα σε βιβλιοθήκες σε ορισμένα σημεία που δεν μπλόκαραν τη θέα. Στη μέση είχε ένα τζάκι με την καμινάδα να βγαίνει ίσια επάνω. Ηταν το εντυπωσιακότερο γραφείο που έχω δει, στο εντυπωσιακότερο σπίτι που έχω δει. Μέχρι να συναντηθώ με τον συγγραφέα είχα μετρήσει τέσσερις άνδρες υπηρέτες με άσπρες στολές και επωμίδες χρυσές και τρεις γυναίκες με γαλάζιες ρόμπες και άσπρες ποδιές, σύνολο επτά άτομα προσωπικό. Ολοι τους ήταν Ινδιάνοι, σκούροι, αυστηροί με αστραφτερά μπλε μαύρα μαλλιά. Εντυπωσιακό. Δεν μπορούσα να πιστέψω την εικόνα της αντίστιξης ίδια με αυτήν της κοινωνίας του Περού. Οι σοβαροί Ινδιάνοι αγέλαστοι από τη φτώχεια και τα πλατιά χαμόγελα με τα κάτασπρα δόντια των προνομιούχων κληρονόμων των Ευρωπαίων αποίκων. Ενας από τους επιφανέστερους ήταν ο συγγραφέας Βάργκας Γιόσα.

Οταν έφτασα στην κορυφή της σκάλας ο Βάργκας Γιόσα στεκόταν όρθιος, ψηλός, στητός με ένα τεράστιο χαμόγελο. Φορούσε ένα μελί πουλόβερ, ίδιο σε χρώμα με τα μάτια του, πάνω από ένα άσπρο πουκάμισο. Με κοίταζε προσεκτικά καθώς συμμεριζόταν με το βλέμμα του τη θέα που με είχε αποσβολώσει.

«Καταπληκτική θέα. Είναι σα να είσαι σε καράβι μόνο με θάλασσα και ουρανό», είπα αποσβολωμένη.

«Ναι, είναι πολύ ευχάριστο να γράφει κανείς και να βλέπει τον ωκεανό, αν και τελευταία το πρόγραμμά μου είναι λίγο χαοτικό», μου είπε δείχνοντάς μου ένα χαμηλό ντιβάνι σύριζα στον τοίχο κάτω από τα τζάμια και συμπλήρωσε: «Δεν αρκεί ο ωκεανός για την έμπνευση. Χρειάζεται αυτοσυγκέντρωση και μεγάλη πειθαρχία».

Η σκέψη ότι αυτό το σπίτι δεν ήταν με λεφτά από τα βιβλία του με βασάνιζε αλλά κάπου ήθελα να του γίνω και συμπαθής. Τι βάσανο να θέλει κανείς να είναι σκληρός με έναν συγγραφέα που είναι και πολύ ωραίος. Τελικά η ομορφιά νίκησε και μπλόκαρε την ασχήμια της αγενούς ερώτησης για το εκθαμβωτικό σπίτι και τα σιχαμένα λεφτά. Η γυναίκα του η Πατρίσια που υποπτευόμουν ότι είχε λεφτά, λεπτή, κοντή, καστανή, ντυμένη με φούστα και τακούνια, στεκόταν όρθια ή καθόταν στητή στην άκρη της καρέκλας όση ώρα μιλούσαμε χωρίς ποτέ να ανοίξει το στόμα της. Η Πατρίσια, ο τέλειος παρατηρητής, σωματοφύλακας και συνένοχος ήταν ξαδέλφη του, ενώ η πρώτη του γυναίκα η Τζούλια ήταν κουνιάδα του. Αυτήν, την Πατρίσια, ευχαρίστησε με περισσή ευφράδεια και άνεση ο Βάργκας Γιόσα στην ομιλία του το 2010 για το Νομπέλ, τονίζοντας πόσα της χρωστούσε στα 50 χρόνια συμπόρευσής τους. Αυτήν εγκατέλειψε για μία άλλη γυναίκα, τη σημερινή πλουσιότατη, κοσμική και νεότερη κατά 20 χρόνια σύντροφό του Ιζαμπέλ Πρεϊσλέρ, μία Φιλιππινέζα που ζει στη Μαδρίτη. Ετσι έκλεισε την πόρτα στα μούτρα της Πατρίσια και του Περού. Ο ένας του γιος, ο διπλωμάτης Γκονζάλο, οι φίλοι του και το κοινό του δεν του συγχώρεσαν ποτέ την απρέπεια του διαζυγίου και έφριξαν με τις πρόσφατες φωτογραφίσεις του διάσημου συγγραφέα σε στιγμές περίπτυξης για περιοδικά μόδας.


Το εξώφυλλο του περιοδικού «Δέκατα» που θα κυκλοφορήσει αύριο.

Το θέμα των χρημάτων ήταν πάντα ανοιχτό και εκείνο το μεσημεράκι στο σπίτι του στη Λίμα έμεινε αναπάντητο όπως και η αναφορά μου σε μία αντιστοιχία που ανακάλυπτα ότι είχε με τον Αντρέ Μαλρό και πίστευα ότι θα τον γοήτευε και θα τον οδηγούσε να ξανοιχτεί για το στυλ της ζωής του. Εφερα τη συζήτηση γύρω από τον Μαλρό και τη σχέση του με την πάμπλουτη αριστοκράτισσα Λουίζ Βιλμορέν, στης οποίας το μαγικό σπίτι με τους κήπους ζούσε, έγραφε και εμπνεόταν. Αλλωστε, ο Μαλρό ήταν και πολιτικός όπως και ο Βάργκας Γιόσα, αν και διαφορετικών αποχρώσεων. Στράφι πήγε η σύγκριση και ο Βάργκας Γιόσα προσπέρασε τον υπαινιγμό για το σπίτι στη Λίμα.

«Είναι αλήθεια ότι πάνω από όλους οι Γάλλοι με βοήθησαν να γίνω συγγραφέας. Το Παρίσι για εμένα ήταν ο σκοπός του ταξιδιού. Οχι μόνο για εμένα αλλά για πολλούς Λατινοαμερικανούς. Συνόψιζε την Ευρώπη. Ο Μαλρό ήταν σπουδαία προσωπικότητα, πολυπράγμων αλλά αυτός που με επηρέασε τρομερά ήταν ο Ζαν-Πολ Σαρτρ. Αυτός ήταν που είπε ότι οι λέξεις είναι πράξεις».

Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ ήταν αριστερός και του έδωσε φιλοσοφικό και πολιτικό έρεισμα και έζησε την ίδια εποχή με τον δεξιό Μαλρό που ήταν φιλόσοφος, συγγραφέας αλλά και πολιτικός. Ο Μάριο Βάργκας Γιόσα ξεκίνησε αριστερός και κατέληξε δεξιός με συνείδηση, αν και η στροφή και η πορεία του πήραν κοντά 40 χρόνια.

«Οι Γάλλοι στην ουσία συσπείρωσαν τους Λατινοαμερικανούς και έδωσαν μορφή και όνομα στο μπουμ της λογοτεχνίας μας», σχολίασε με έμφαση.

«Είστε μέρος της Αμερικής και η πρωταρχική σύγκριση θα έπρεπε να είναι με τις ΗΠΑ», του τόνισα.

«Και όμως, δεν είναι. Για εμένα το σημείο αναφοράς είναι η Ευρώπη και ειδικά η Γαλλία που μου έχει δώσει ένα μεγάλο έναυσμα ως συγγραφέα. Δεν είμαι μόνο εγώ. Σχεδόν όλοι οι Λατινοαμερικανοί συγγραφείς συνειδητοποίησαν το Μπουμ της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας στη Γαλλία και ίσως εξαιτίας των Γάλλων. Εκεί αποκτήσαμε συνείδηση και σχεδόν συσπειρωθήκαμε σε ένα κύμα με δικά του χαρακτηριστικά που έφερνε καινούργια στοιχεία, μία νέα γραφή και αέρα στη λογοτεχνία».

* Τα βιβλία του Μάριο Βάργκας Γιόσα στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ