ΘΕΑΤΡΟ

Παράσταση ως «μαυσωλείον αισθημάτων»

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Θα μπορούσε ο λόγος του Μάρκου Βαμβακάρη να επιβληθεί στην «υλική» και συμβολική σημασία του εξαίσιου Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, που εγκαινιάστηκε το 1895 ως αίτημα της ανερχόμενης τότε αστικής τάξης της πόλης, αυτής ακριβώς που καταδίωξε το ρεμπέτικο; Δεν μπορεί.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Τὰ ρεμπέτικα προήχθησαν εἰς μαυσωλεῖον αἰσθημάτων», γράφει ήδη το 1967 ο Ηλίας Πετρόπουλος, σε ένα κείμενο στο οποίο συμπλέκει θαυμαστά την οδύνη για την απώλεια μιας γυναίκας «ἐξαιρετικῶς ἀγαπηθείσης» με τη θλίψη για την απώλεια του κόσμου των ρεμπέτικων. «Ἔκλεισεν ὁ κύκλος τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν. Ἀνήκουν πιὰ στὸ παρελθὸν τὰ τραγούδια αὐτὰ. Χοροστατῶ μοιραίως στὸ μνημόσυνό τους», γράφει, συνδέοντας το προσωπικό του πάθος με κείνα τα «παλαιά αισθήματα», που τόσο καλά εξέφρασαν οι φίλοι του, οι «έσχατοι ρεμπέτες».

Ο Θανάσης Παπαγεωργίου θέλησε να μεταφέρει τη μονολογική παράσταση «Εγώ, ο Μάρκος Βαμβακάρης» (το κείμενο της Νάνσης Τουμπακάρη βασίζεται στην αυτοβιογραφία του, όπως την κατέγραψε η Αγγελική Βέλλου-Κάιλ) από το θέατρό  του στου Ζωγράφου (Στοά) στη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου του Πειραιά. Η εγγενής αντίθεση του εγχειρήματος θα μπορούσε υπό άλλες συνθήκες να προκαλέσει μια ευπρόσδεκτη αναμέτρηση, του παρόντος με το παρελθόν, της ζωντάνιας της κληρονομικής μνήμης με την επιμνημόσυνη νοσταλγία των τελευταίων που πρόλαβαν να γνωρίσουν τον εξωτικό κόσμο των λαϊκών μαγαζιών στις φτωχογειτονιές του Πειραιά. Αλλά ο Μάρκος που κουβαλούσε κάρβουνο στα πλοία που άραζαν στο λιμάνι, ο Μάρκος ο χαμάλης, ο Μάρκος ο εκδορεύς των Σφαγείων Πειραιώς, που ξεχνούσε τη σκληρή βιοπάλη στους τεκέδες παίζοντας το μπουζούκι του, γράφοντας τραγούδια που πατούσαν στις εμπειρίες των απόβλητων μέσα στις φυλακές ή στους προσφυγικούς μαχαλάδες, τι δουλειά μπορεί να έχει στα βελούδα και στα χρυσά κοσμήματα ενός θεάτρου που υμνεί την, εντελώς ξένη στον κόσμο του ρεμπέτικου, κλασικιστική ευρωπαϊκή παράδοση; Θα μπορούσε ο λόγος του να επιβληθεί στη «υλική» και συμβολική σημασία του εξαίσιου Δημοτικού Θεάτρου, που εγκαινιάστηκε το 1895 ως αίτημα της ανερχόμενης τότε αστικής τάξης της πόλης (να διασκεδάζει με τον συνήθη ευρωπαϊκό τρόπο, με θέατρο και όπερα), αυτής ακριβώς που καταδίωξε το ρεμπέτικο ως έκφραση της «οθωμανικής» Ελλάδας, του λούμπεν προλεταριάτου, του υπόκοσμου του λιμανιού;

Δεν μπορεί. Τουλάχιστον όχι με τον τρόπο του Θανάση Παπαγεωργίου, που προσέγγισε τον κόσμο του Μάρκου με την «ησυχία» της ογδοντάχρονης ωριμότητάς του, ίσως και με τη νοσταλγία των πρώτων δεκαετιών της ζωής του, προτού το ρεμπέτικο καταστεί αντικείμενο αναβίωσης και μελέτης ενός είδους που είχε πεθάνει προ πολλού. «Ο κόσμος εκείνος όμως του ρεμπέτικου του Μεσοπολέμου και των προηγούμενων δεκαετιών είναι κυριολεκτικά χαμένος, οριστικά και αμετάκλητα, διά παντός και προ πολλού. Ακόμα, η ονειρική κάποτε πόλη του Πειραιά είναι κι αυτή σχεδόν αφανισμένη στο χάος και στην κατάθλιψη του κακοφορμισμένου, κακοχωνεμένου, μεταπολεμικού δήθεν μοντερνισμού της αντιπαροχής», γράφει ο Σπύρος Παπαϊωάννου (2005).

Κι όμως: οι μονόλογοι που αφορούν πρόσωπα από την πινακοθήκη του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού (έχουμε δει επί σκηνής τη Σμυρνιά Αγγέλα Παπάζογλου, τη στιχουργό Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, τη Σωτηρία Μπέλλου) καταφέρνουν να συγκινούν το κοινό. Εχω την εντύπωση ότι την επιτυχία τέτοιων μονολογικών παραστάσεων εξασφαλίζει η ανάγκη των θεατών μεγαλύτερης ηλικίας να θυμηθούν, να νοσταλγήσουν εποχές στις οποίες τεχνητά η μνήμη αποδίδει εύσημα αθωότητας. Οι νεότεροι, πάλι, σα να επιδιώκουν την επαφή με τη μεγάλη πηγή της γνήσιας λαϊκής έκφρασης που εδώ και χρόνια μοιάζει εξαντλημένη.

Γιατί τι σχέση μπορεί να έχουν, λ.χ., οι σημερινοί σαραντάρηδες με τραγούδια της φτωχολογιάς και του πειραιώτικου υπόκοσμου, στα οποία, εκτός από τα προσωπικά πάθη περνούν και όλες οι εθνικές περιπέτειες (ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μικρασιατική Καταστροφή, η δικτατορία του Μεταξά, ο πόλεμος του ’40, ο Εμφύλιος, η δύσκολη δεκαετία του ’50 και του ’60); Οι νεότεροι δεν έχουν data για το πώς έγραψε ο Μάρκος δεκάδες χασικλίδικα τραγούδια μέσα στους τεκέδες και μόνον εμμέσως μπορούν να νιώσουν τραγούδια όπως το «Αντιλαλούνε τα βουνά» ή και το «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά» (σε στίχους Ευτυχίας  Παπαγιαννοπούλου), αφού στις μεγάλες πόλεις οι προσωπικές «μυθολογίες» έχουν άλλες προσλαμβάνουσες και αναφορές. Μιμήσεις του παλιού αισθήματος βρίσκουμε ακόμη σε τραγούδια που γράφτηκαν χθες (π.χ., «Ο αετός πεθαίνει στο αέρα» του Σφακιανάκη) αλλά απαιτούνται συζητήσεις επί συζητήσεων για να οριστεί τι σημαίνει, τι είναι το λαϊκό σήμερα.

Αναζητώντας τον Μάρκο, πέφτω πάνω στον Μπροντιγιάρ, που μιλάει για το αδιάφορο νεφέλωμα του παρόντος χρόνου, για ένα πεδίο χωρίς αναφορές, μέσα στο οποίο ευδοκιμούν πλαστές εντυπώσεις και αισθήματα για τον παρελθόντα ιστορικό χρόνο, η ρετρό μόδα. «Τα πάντα είναι θεμιτά προκειμένου να γλιτώσουμε απ’ αυτό το κενό, απ’ αυτή τη λευχαιμία της Ιστορίας και του πολιτικού, απ’ αυτήν την αιμορραγία των αξιών. Ολα τα περιεχόμενα ανακαλούνται φύρδην μίγδην, όλη η προγενέστερη Ιστορία ανασταίνεται χύδην, στον βαθμό που απευθύνονται σ’ αυτήν την απόγνωση. Καμία κεντρική ιδέα δεν οριοθετεί και δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, μόνο νοσταλγία συσσωρεύεται ακατάπαυστα: ο πόλεμος, ο φασισμός, το μεγαλείο της Μπελ Επόκ ή οι επαναστατικοί αγώνες, όλα εξισώνονται και ανακατεύονται αδιακρίτως στην ίδια σκυθρωπή πένθιμη έξαψη, στην ίδια ρετρό γοητεία» (Jean Baudrillard, «Ομοιώματα και προσομοίωση», εκδ. Πλέθρον 2019).

Είναι πολλά τα ενδιαφέροντα στοιχεία κοινωνικής ιστορίας που παρέχει η ζωή του Μάρκου και δεν πλήττεις παρακολουθώντας τον Θανάση Παπαγεωργίου να αφηγείται βασικά επεισόδια από τη ζωή του πατριάρχη του ρεμπέτικου. Αλλά λείπει αυτό που θα μπορούσε να δονήσει τη σκηνική αφήγηση: ο ήχος του μπουζουκιού, τα ίδια τα τραγούδια του, καθώς ελάχιστα αποσπάσματα ακούγονται κατά τη διάρκεια της παράστασης. Μόνο στα τραγούδια του Μάρκου, ωστόσο, παραμένει ζωντανή η ψυχική παρακαταθήκη που εκτοπίζει τα φαντάσματα. «Ἴσως, μόνον ἕνας ἐρωτευμένος μπορούσε νὰ συντάξει τὸν ἐπικήδειο τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν, ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ φαντάζουν σὰν μαγικὸς λουλουδότοπος μακρινὸς, ὁριστικὰ χαμένος καὶ ἀπροσπέλαστος», γράφει ο Ηλίας Πετρόπουλος. Ο έρωτας, όχι η νοσταλγία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ