ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μη ανταγωνιστική η Ελλάδα λόγω της υπερφορολόγησης

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Απογοητευτικά είναι τα στοιχεία ως προς τη φορολογική ανταγωνιστικότητα της χώρας μας, αφού σύμφωνα με τον φετινό Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας του Tax Foundation (που παρουσιάζει το ΚΕΦίΜ) η Ελλάδα βρίσκεται στην 30ή θέση μεταξύ των 36 χωρών-μελών του ΟΟΣΑ.

Τα στοιχεία αναδεικνύουν τα προβλήματα που δημιουργούνται από την υπερφορολόγηση που τα τελευταία χρόνια πλήττει φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις και είναι ενδεικτικό ότι από το 2014 –την πρώτη χρονιά δημοσίευσης του Δείκτη– μέχρι και σήμερα, η Ελλάδα καταλαμβάνει σταθερά τις θέσεις μεταξύ 27-32. Ο Δείκτης συνυπολογίζει τις επιδόσεις κάθε χώρας σε πέντε επιμέρους τομείς: τους εταιρικούς φόρους, τους φόρους ατομικού εισοδήματος, τους καταναλωτικούς φόρους, τους φόρους ακίνητης περιουσίας και τους φόρους κερδών που παράγονται στο εξωτερικό.

Στους φόρους των επιχειρήσεων η Ελλάδα κατατάσσεται στην 29η θέση, ενώ στους φόρους περιουσίας η Ελλάδα βρίσκεται στην 28η θέση. Σύμφωνα με τους αναλυτές πολλοί φόροι περιουσίας είναι έντονα στρεβλωτικοί και προσθέτουν σημαντική πολυπλοκότητα στη ζωή ενός φορολογουμένου ή μιας επιχείρησης. Με εξαίρεση τη φορολόγηση της γης, οι περισσότεροι φόροι επί της περιουσίας αυξάνουν τις οικονομικές στρεβλώσεις και επιφέρουν μακροπρόθεσμες αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία και στην παραγωγικότητά της.

Οι αναλυτές επισημαίνουν τις εξής αδυναμίες του φορολογικού συστήματος της Ελλάδας:

• Εχει εταιρικό φορολογικό συντελεστή 28%, υψηλότερο από τον μέσον όρο του ΟΟΣΑ (23,6%). Ωστόσο, τα κέρδη του 2019 θα φορολογηθούν με συντελεστή 24% σύμφωνα με όσα έχει ανακοινώσει η κυβέρνηση. Η εξέλιξη αυτή φέρνει τη χώρα μας πολύ κοντά στον μέσον όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Σύμφωνα με έρευνα του ΟΟΣΑ, οι εταιρικοί φόροι βλάπτουν περισσότερο την οικονομική ανάπτυξη. Η Ελλάδα καταλαμβάνει την 29η θέση στον σχετικό δείκτη.

• Εχει από τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ στον ΟΟΣΑ (24%), με μία από τις πιο περιορισμένες φορολογικές βάσεις.

• Οι εταιρείες αντιμετωπίζουν αυστηρούς περιορισμούς στα ποσά των καθαρών ζημιών χρήσης με τα οποία μπορούν να αντισταθμίσουν μελλοντικά κέρδη. Επίσης, οι εταιρείες δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν ζημίες για να μειώσουν προηγούμενο φορολογητέο εισόδημα. Στις περισσότερες χώρες, οι επιχειρήσεις επιτρέπεται είτε να αφαιρούν ζημίες της τρέχουσας χρήσης από μελλοντικά κέρδη ή να αφαιρούν τις ζημίες της τρέχουσας χρήσης από προηγούμενα κέρδη, εισπράττοντας επιστροφή φόρου. Η δυνατότητα μεταφοράς ζημιών σε μελλοντικές ή προηγούμενες χρήσεις εξασφαλίζει ότι μία επιχείρηση φορολογείται στη μέση κερδοφορία της επί πολλά χρόνια. Αυτό απεικονίζει καλύτερα τις πραγματικές δαπάνες και τα κέρδη μιας επιχείρησης από τη φορολόγηση των κερδών οιασδήποτε δεδομένης χρήσης, τα οποία επηρεάζονται από τις διακυμάνσεις της οικονομίας. Σημειώνεται ότι στις  20 από τις 36 χώρες του ΟΟΣΑ, οι εταιρείες μπορούν να μεταφέρουν τις ζημίες στο μέλλον επ’ αόριστον.

Αντιστοίχως, μεταξύ των θετικών σημείων του ελληνικού φορολογικού συστήματος, οι συγγραφείς της έρευνας ξεχωρίζουν τα εξής:

• Ο συντελεστής στα μερίσματα ο οποίος ανέρχεται στο 15% και είναι κάτω από τον μέσον όρο του ΟΟΣΑ (23,8%). Μάλιστα, ο συντελεστής αυτός θα μειωθεί περαιτέρω στο 5% για τα κέρδη του 2019, σύμφωνα με όσα έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση.

• Οι κανονισμοί Ελεγχόμενων Αλλοδαπών Εταιρειών στην Ελλάδα είναι ήπιοι και εφαρμόζονται μόνο στο παθητικό εισόδημα.

Σημειώνεται ότι για έκτη συνεχόμενη χρονιά, η χώρα με καλύτερη επίδοση στον ΟΟΣΑ είναι η Εσθονία, ενώ την τελευταία θέση καταλαμβάνει η Γαλλία.

Ο εκτελεστικός διευθυντής του ΚΕΦίΜ Νίκος Ρώμπαπας, αναφερόμενος στην έκθεση, τόνισε τα εξής: «Η απογοητευτική κατάταξη της χώρας μας στον φετινό Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας, στην 30ή θέση από τις 36 χώρες του ΟΟΣΑ, καταδεικνύει ότι έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε προκειμένου να αποκτήσουμε ένα ανταγωνιστικό, ευνοϊκό προς την επιχειρηματικότητα, την απασχόληση και το εισόδημα των νοικοκυριών φορολογικό σύστημα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ