Στέφανος Κασιμάτης ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ

Περνάει στην Ιστορία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο πρόεδρος Βαρουφάκης (δίπλα στον υπνωτισμένο νέο με τα μακριά μαλλιά) πάντα σκέπτεται πρώτα τον εαυτό του. Τώρα, λ.χ., ζητεί με επίκαιρη ερώτησή του προς τον πρωθυπουργό να κλείσει αμέσως η Μόρια. Τον καταλαβαίνω. Εκείνος έχει πολλά ακίνητα και μπορεί να φιλοξενήσει κόσμο. Εμείς που δεν έχουμε;

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΦAΛHPEYΣ

Ο Δημήτριος Λουδοβίκος Ραϋμόνδος Ουμβέρτος Ερνέστος Αβραμόπουλος επισκέφθηκε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Οπως εξήγησε, η επίσκεψη ήταν στο πλαίσιο «ενός γύρου αποχαιρετισμού των όπλων». Δεν εννοούσε, προς Θεού, ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι οπλικό σύστημα ή πύραυλος εδάφους-αέρος, μολονότι ο τρόπος που το έθεσε δεν θα απέκλειε την ερμηνεία αυτή. Νομίζω ότι, απλώς, ήθελε να δείξει ότι φεύγει, ώστε να ξέρουν εκείνοι που πρέπει να ξέρουν ότι έχει φύγει, μήπως και τον χρειαστούν, όταν έλθει η ώρα της εκλογής νέου Προέδρου. Το μόνο που μπορώ να πω ότι κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει κανέναν να έχει φιλοδοξίες. 

Ομως, έχει πραγματική ανάγκη ο Δ.Λ.Ρ.Ο.Ε. από αξιώματα; Αυτός, αποχωρώντας τώρα, ανοίγει μια πόρτα, μέσα από την οποία βγαίνει εκτυφλωτικό φως που μας εμποδίζει να δούμε τι είναι μέσα. Εκείνος όμως, ευθυτενής, αγέρωχος, πραγματικός λόρδος, όπως θα έλεγαν και στο Μουλάτσι, περνάει το κατώφλι της χωρίς να τυφλώνεται, λουσμένος στο φως. Κλείνει η πόρτα πίσω του και έχει περάσει πια στην Ιστορία! Εχει ανάγκη από οφίκια; Και βέβαια όχι – είναι προφανές. Αλλά μπορεί να τον έχει ανάγκη το έθνος...

Τρεις λαλούν...

«Ηταν ανάγκη να χάσετε;» ρωτούν τον μεγάλο Φλωμπέρ του ΣΥΡΙΖΑ οι φίλοι του στον δρόμο. Δεν αμφιβάλλω καθόλου ότι είναι όπως ακριβώς το λέει ο ίδιος· διότι ποιοι άλλοι, αν όχι οι πολιτικοί φίλοι του, θα μπορούσαν να στενοχωριούνται για την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία; (Εκτός, βέβαια, αν υπάρχει μια εκτεταμένη συνωμοσία, στην οποία αναγκαστικά πρέπει να μετέχουν εκατοντάδες άνθρωποι, για να αποτρελάνουν τον μπάρμπ’ Αλέκο. Λέτε;)

Το αστείο με τον μπάρμπ’ Αλέκο Φλωμπέρ είναι ότι δεν καταλαβαίνει το πραγματικό νόημα του παράπονου που του εκφράζουν οι φίλοι του. Το αφηγείται σαν αστειάκι σε μια συνέντευξη, για να γίνει ευχάριστος στο κοινό. Δεν συνειδητοποιεί, όμως, ότι το βαθύτερο νόημα της φράσης είναι «γιατί και πώς τα καταφέρατε να χάσετε». Αν το καταλάβαινε, τότε δεν θα έλεγε παρακάτω στην ίδια συνέντευξη ότι δεν θέλει να ανοίξει η συζήτηση για τους λόγους της ήττας. Τουλάχιστον, δεν θα το έλεγε τόσο ευθέως, θα το μπουρδούκλωνε με περικοκλάδες. Αλλά δεν καταλαβαίνει... 

Στον αντίποδα του Φλωμπέρ, ο Μάρκος ο Μπόλαρης, ο πασοκογενής, τάσσεται υπέρ της αυτοκριτικής με έναν παιάνα. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να ονομάσω το σχετικό κείμενο που δημοσίευσε στο Facebook. Σύντομες φράσεις σαν συνθήματα, πάντα με θαυμαστικό στο τέλος, κάπως ασύνδετες, λόγω της ποιητικής ελλειπτικότητας στην έκφραση και τυπωμένες με μεγάλα διαστήματα ανάμεσα στους στίχους. Φαντάζεσαι τη φάλαγγα να προχωρεί συντεταγμένα προς τον εχθρό, οι οπλίτες να κραυγάζουν ρυθμικά τους στίχους του Μπόλαρη και, ενδιαμέσως, να παρεμβάλλονται πλαγίαυλοι, σουραύλια, γκάιντες και κλαρίνα...

Φοβάται μόλυνση

Αν αυτό δεν είναι καρφί για τον Τσίπρα, τότε είναι ένα άλμα πίστης. Ο Γιούκλιντ είπε στην Κ.Ε. του κόμματος ότι η εξουσία δεν είναι αυτοσκοπός για τον αριστερό. Ο αριστερός, συνέχισε, κάνει αυτά που πιστεύει και θεωρεί σωστά. Ετσι, κατέληξε, η εξουσία έρχεται ως δικαίωση αυτής της ανωτερότητας. Οπως η Βασιλεία των Ουρανών, προσθέτω εγώ. Οπλισμένος λοιπόν με τις παρωπίδες της πίστης, ο Γιούκλιντ δηλώνει τώρα ότι δεν φοβάται την πασοκοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν το εννοεί, όμως, ο καημενούλης. (Καημενούλης, επειδή όσο κακό κι αν έχει κάνει, δεν μπορείς να τον πάρεις τελείως σοβαρά. Εγώ ακόμη δυσκολεύομαι...) Ετσι το λέει, για να φοβίσει τον Τσίπρα. Ειδάλλως, προς τι τα καρφιά; Εξάλλου, έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν είναι «ανιστόρητος» ούτε «αφελής». Το αποδεικνύει το γεγονός ότι, στο ωραίο Ελσίνκι, όπου βρισκόταν στις αρχές της εβδομάδας στο πλαίσιο κοινοβουλευτικής αποστολής, ο Γιούκλιντ απέφευγε να συμφύρεται με τους άλλους βουλευτές της αποστολής. Προτιμούσε να διατηρεί ζηλότυπα τη μοναξιά του Βυρωνικού ήρωα. Φοβάται τις μολύνσεις. Ελπίζω ότι η μαμά του, η nanny του, η κυρία του, ο μπάτλερ του εν πάση περιπτώσει, όποιος και αν είναι, να είχε την πρόνοια να βάλει στο βαλιτσάκι του απολυμαντική λοσιόν για τα χέρια και ένα σπρέι Ντετόλ για επιφάνειες...

Η απονία

Ζήτησα από φίλο, ο οποίος γνωρίζει εκ της αρμοδιότητός του τα πάντα για την υπόθεση με τα γιαούρτια στην Ιαπωνία, τον πρεσβευτή μας και τους εμπορικούς ακολούθους της πρεσβείας μας, να μου εξηγήσει τι τελικά συμβαίνει εκεί πέρα στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου.
Μου τα εξιστόρησε όλα, με το νι, με το σίγμα και με τις απαραίτητες παύσεις στην αφήγηση, για να ξαναβρίσκουμε την αναπνοή μας από τα γέλια.

Δεν μπορώ να μεταφέρω εδώ τα όσα άκουσα – δεν έχω διάθεση να χάνω χρόνο σε δικαστήρια. Να το πω, λοιπόν, με τον τρόπο μου. Κοιτάξτε, το πρόβλημα με την Ιαπωνία, τα γιαούρτια και την πρεσβεία είναι ότι η Ιαπωνία βρίσκεται πάρα πολύ μακριά. Τόσο μακριά, ώστε ούτε η τεχνολογία μπορεί να καλύψει ικανοποιητικά την απόσταση. Ενα καλό, όμως, που προσφέρει η τεράστια απόσταση είναι ότι μπορείς να χρησιμοποιείς την Ιαπωνία σαν αποθήκη. Σου βρίσκεται, π.χ., ένας τρελός, ένας ιδιόρρυθμος, ένας ανισόρροπος, ένας που δεν έχεις τι να τον κάνεις και δεν τον θέλεις στα πόδια σου; Τον στέλνεις στην Ιαπωνία! Επειτα, αν θέλεις, τον ξεχνάς εκεί... Το πρόβλημα δημιουργείται όταν έχεις ξεπεράσει τα όρια της αποθήκης, με αποτέλεσμα να βρεθούν ξαφνικά μαζί τρεις ή τέσσερις τρελοί, υποχρεωμένοι να συνυπάρξουν. Αυτό που ακολουθεί δεν συμμαζεύεται. Εθνικός διασυρμός...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ