ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Πώς αρχίζετε να δουλεύετε μια νέα παραγωγή;», ρωτώ τον Μάρκο Αρτούρο Μαρέλι, που κάθεται απέναντί μου. O σκηνοθέτης της όπερας «Υπνοβάτις» του Βιντσέντζο Μπελίνι, που κάνει πρεμιέρα στην Εθνική Λυρική Σκηνή σε λίγες ημέρες, είναι ένας γοητευτικός άνδρας που δεν «δείχνει» διόλου τα 70 του χρόνια, με εμφάνιση κομψού μποέμ και οπερατικό ταμπεραμέντο. Απαντά ύστερα από μια μικρή παύση. «Ακούω τη μουσική - ακούω τη μουσική - ακούω τη μουσική», λέει. «Μετά διαβάζω το λιμπρέτο. Υστερα ξανακούω τη μουσική· και ξαφνικά έρχεται η έμπνευση», προσθέτει, και ταυτόχρονα βγάζει έναν ήχο σαν η έμπνευση να σκάει τώρα μπροστά μας.

«Ή δεν έρχεται», ξαναλέει γελώντας πειρακτικά.

Το ραντεβού για τη συνέντευξη κανονίστηκε στο τέλος μιας πρόβας. Καθόταν σε ένα μικρό τραπέζι στην άκρη της σκηνής, γύρω του η γνωστή αναταραχή – τραγουδιστές μάζευαν τα πράγματά τους αποχωρώντας, βοηθοί ρωτούσαν τις τελευταίες λεπτομέρειες πριν από την επόμενη συνάντηση. Μπροστά του ένα τεράστιο τραπέζι καλυμμένο με λευκό τραπεζομάντιλο, κηροπήγια, μερικά λουλούδια λευκά επίσης, ξύλινες καρέκλες εδώ κι εκεί· ένα επίσημο γεύμα που οι καλεσμένοι του εγκατέλειψαν την τελευταία στιγμή. Στο βάθος, μια εντυπωσιακή κατασκευή ύψους 12 μέτρων και πλάτους 16 μέτρων καλύπτει ολόκληρη τη σκηνή: το ημικυκλικό διώροφο σαλόνι ενός σανατορίου «βλέπει» από τα τεράστια παράθυρά του τις χιονισμένες Αλπεις. Ο Μάρκο Αρτούρο Μαρέλι σε αυτήν την παραγωγή υπογράφει, εκτός από τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τους φωτισμούς.


Στις πρόβες γίνομαι κάτι σαν μαμή, δηλαδή βοηθώ στη γέννηση του μωρού, το βοηθώ να βγει στον κόσμο. Αλλά πρέπει προηγουμένως να έχει σχηματιστεί μόνο του», λέει ο Μάρκο Αρτούρο Μαρέλι.

«Δεν μιλάω καλά αγγλικά, τα γαλλικά μου είναι μέτρια, η γλώσσα μου είναι τα γερμανικά», δήλωσε πριν αρχίσουμε. Και ζήτησε λίγο χρόνο για να πάρει αέρα και να καπνίσει κι ένα τσιγάρο. Είναι κουρασμένος και εκνευρισμένος: θεωρεί ότι ο χρόνος προετοιμασίας για τις δύο διανομές με τις οποίες θα ανέβει η «Υπνοβάτις» στην Ελλάδα είναι λίγος, ο δε τρόπος δουλειάς διαφέρει σημαντικά από αυτόν στα άλλα μεγάλα λυρικά θέατρα της Ευρώπης, που γνωρίζει καλά – είναι ένας από τους πιο επιτυχημένους σκηνοθέτες όπερας διεθνώς, η δε συγκεκριμένη παραγωγή, μια συμπαραγωγή της Κρατικής Οπερας της Βιέννης και της Βασιλικής Οπερας του Λονδίνου (2000/01), είναι δημοφιλής και πολυταξιδεμένη. Στην πορεία και με την πολύτιμη βοήθεια της βοηθού του Αϊλίν Σέντα Μπόζοκ, η συζήτηση «κύλησε» σε τρεις γλώσσες με τη συνδρομή του Google translator. Και έτσι ξαναβρήκε το κέφι του.

«Οπερα, η πιο μαγική τέχνη»

«Ο πατέρας μου γεννήθηκε στην Ελβετία, η μητέρα μου στη Γερμανία. Λάτρευε την όπερα και το θέατρο. Μεγάλωσα και σπούδασα στη Ζυρίχη. Ξεκίνησα να δουλεύω ως σκηνογράφος, ήμουν πολύ καλός στο σχέδιο. Επίσης την περίοδο των σπουδών εργάστηκα ως ηθοποιός σε μικρούς ρόλους. Και έπαιζα βιολί. Στην πορεία σκέφτηκα να πάω στη Βιέννη για να γίνω βοηθός σκηνοθέτη στην όπερα. Ημουν πολύ νέος και έπαιρνα όλες τις ευκαιρίες που μου δίνονταν. Για μένα η όπερα είναι η πιο μαγική τέχνη. Αυτό σημαίνει ότι η μουσική είναι η γλώσσα μου. Και το γεγονός ότι εργάζομαι για αυτήν είναι σαν δώρο από το πεπρωμένο. Η αδελφή μου, που είναι ψυχαναλύτρια, μου έχει πει ότι είμαι τυχερός που κάνω αυτή τη δουλειά. Μπορώ να μετασχηματίζομαι σε εκατοντάδες χαρακτήρες, να μπαίνω σε κάθε ρόλο του έργου που σκηνοθετώ. Εγώ ήμουν η Ηλέκτρα, ήμουν επίσης η Ιζόλδη. Ημουν ο Τριστάνος και ο Λόενγκριν. Είμαι η Αμίνα στην “Υπνοβάτιδα”. Ετσι γνωρίζω καλύτερα τον εαυτό μου, έρχομαι πιο κοντά στην ψυχή μου».

Μιλάμε για την παράσταση· η «Υπνοβάτις», λέει, είναι μια όπερα με υπέροχη μουσική και χαζή ιστορία. Εν ολίγοις, ένα πολύ δύσκολο έργο, γι’ αυτό δεν παρουσιάζεται συχνά. «Ηξερα τη μουσική αλλά όχι το λιμπρέτο», σχολιάζει. «Οταν λοιπόν μου ζήτησε η γνωστή Γαλλίδα σοπράνο και φίλη Ναταλί Ντεσέ να το παρουσιάσουμε στην Οπερα της Βιέννης, διάβασα για πρώτη φορά το κείμενο. Και είπα, “Αδύνατον, δεν μπορώ να το κάνω!”».


Κοστούμι που θα χρησιμοποιηθεί στην παράσταση.

Αλλά το έκανε και έκτοτε η παραγωγή έγινε διάσημη. Εχει δώσει έως σήμερα 400 παραστάσεις στην Ευρώπη και υπάρχει πρόσκληση για να παρουσιαστεί στη Metropolitan Opera.

Η προσέγγισή του, η ιδέα να ταιριάξει τον μουσικό κόσμο του Μπελίνι με τον λογοτεχνικό του Τόμας Μαν από το περίφημο «Μαγικό βουνό», μεταφέροντας τη δράση του έργου σε ένα πανδοχείο ή σανατόριο στις ελβετικές Αλπεις, έχει δημιουργήσει αίσθηση. «Ο Μπελίνι είναι συνθέτης που δημιουργεί μακριές, μαλακές μελωδίες σαν τον Σοπέν. Αυτές οι ατέλειωτες μελωδίες φαίνεται σαν να καταργούν την έννοια του χρόνου. Ετσι γεννήθηκε η σκέψη ενός σανατορίου επάνω στα βουνά, όπως το περιγράφει ο Τόμας Μαν: η ασθένεια και η απομόνωση απομακρύνουν την καθημερινότητα και φέρνουν τη λησμονιά, όπως κάνει ο χρόνος. Ετσι, μέσα στον δικό τους κόσμο, ακούν μουσική από το γραμμόφωνο τα απογεύματα στο σαλόνι: άριες από όπερες του Βάγκνερ και του Βέρντι, ένα μπουκέτο υπέροχων ήχων».

«Ακούω τον χώρο»

Στα γενέθλια των 60 του χρόνων, και ύστερα από μια σημαντική βράβευση στη Δανία (Reumert Prize, 2009) για την προσφορά του στην όπερα, καλοί του φίλοι έφτιαξαν για εκείνον ένα βιβλίο με τον ποιητικό τίτλο «Ακούω τον χώρο». Στην πραγματικότητα αυτός είναι και ο τρόπος με τον οποίο δημιουργεί.

«Ο τρόπος μου στην όπερα είναι μαζί συναισθηματικός και εγκεφαλικός. Οταν ανεβάζω ένα έργο, το προσεγγίζω κατ’ αρχήν με το συναίσθημα, σαν σκηνογράφος· αλλά ως σκηνοθέτης πρέπει να είμαι πιο λογικός. Το αποτέλεσμα είναι τις περισσότερες φορές ένα πάντρεμα. Από τον γάμο μεταξύ του σκηνογράφου και του σκηνοθέτη, κάποιες φορές γεννιέται μια παθιασμένη ιστορία αγάπης κι άλλες ένα ανυπόφορο ζευγάρι», λέει. Συνεπώς είναι ένας σκηνοθέτης που ελέγχει πλήρως το set και τους τραγουδιστές;

«Συνήθως δίνω στην αρχή κάποιες οδηγίες, κάποια πατήματα στους τραγουδιστές. Λέω: “Σκέψου αυτό, δες εκείνο, διάβασε ετούτο”. Στη συνέχεια με απασχολεί πολύ η χορογραφία της παράστασης, επειδή αυτή είναι πολύ σημαντική για την όπερα. Στις πρόβες γίνομαι κάτι σαν μαμή, δηλαδή βοηθώ στη γέννηση του μωρού –που είναι η παράσταση–, το βοηθώ να βγει στον κόσμο. Αλλά πρέπει προηγουμένως να έχει σχηματιστεί μόνο του».

Την προσεχή Παρασκευή (11/10) θα δούμε την «Υπνοβάτιδα» στη Λυρική, που παρουσιάζεται πάλι έπειτα από 40 χρόνια. Η μουσική διεύθυνση είναι του Φιλίπ Ογκέν και με αυτή την παραγωγή η ΕΛΣ ξεκινάει τη νέα καλλιτεχνική σεζόν.

«Ο Ντομίνγκο και η σύζυγός του βρίσκονταν στη Βιέννη όταν έγινε η πρεμιέρα», λέει ο Μαρέλι. «“Αυτή ήταν η πρώτη φορά που το έργο υπήρξε υποφερτό!”, μου είπαν μετά την παράσταση. Ξέρετε, τα κομπλιμέντα από τους συναδέλφους είναι τα πιο σημαντικά». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ