ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

O Βασίλης Μπισμπίκης είναι από τους νικητές της περυσινής θεατρικής σεζόν. Κατάφερε να φέρει το πιο ετερόκλητο κοινό στον Τεχνοχώρο Cartel, ένα θέατρο ανάμεσα σε χωράφια, απορριμματοφόρα και μάντρες ανακύκλωσης του δήμου, στον Βοτανικό. Εκεί, Αγίας Αννης και Μικέλη 4, γεννήθηκε αυτό το θέατρο πριν από έξι χρόνια, με πολλή δουλειά, με ανακυκλώσιμα υλικά, με τη συμπαράσταση των φίλων, αλλά και με θυμό. Θυμό για τα απαγορευτικά ενοίκια που ζητούσαν διάφοροι επιτήδειοι στην Αθήνα της κρίσης, από νέους ανθρώπους που διψούσαν να εκφραστούν. Τότε, οι Βασίλης Μπισμπίκης, Παναγιώτης Σούλης και Φαίη Τζήμα βρήκαν το έρημο μηχανουργείο και το μεταμόρφωσαν στο Cartel, κοντά στον σταθμό Ελαιώνα. Και τώρα, σκίζουν με το «Ανθρωποι και ποντίκια» του Τζον Στάινμπεκ, που σκηνοθέτησε πέρυσι ο ηθοποιός με έντονο ρεαλισμό και συνεχίζει, από τις 17 Οκτωβρίου για δεύτερη σεζόν.

Κρουπιέρης στα 20 του μέχρι τα 23, δούλεψε όμως και κρεοπώλης, υδραυλικός, «ό,τι μπορείς να φανταστείς», ο συνομιλητής μας είναι ψημένος στη ζωή. «Στο Λουτράκι μεγάλωσα, είχε φτιαχτεί το καζίνο, έπαιρνα καλά χρήματα. Ομως, η απελπισία στο βλέμμα των παικτών δεν αντεχόταν. Δεν ήμουν λιγόψυχος, της πιάτσας παιδί ήμουν, αλλά αυτή τη νοσηρή κατάσταση δεν μπορούσα να την αντιμετωπίσω».

Η ερασιτεχνική θεατρική ομάδα Λουτρακίου ήταν διέξοδος. Σε μια παράσταση που έπαιξαν στην Επίδαυρο εκτός του επίσημου φεστιβάλ, τον είδε ο Τάσος Ρούσσος, διευθυντής τότε της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου. «Μου είπε “εσύ πρέπει να έρθεις στο Εθνικό”. Νόμιζα ότι απλά θα πάω και θα γραφτώ. Ημουν άσχετος.

Τελικά η ιστορία κόλλησε στο γεγονός ότι δεν είχα απολυτήριο Λυκείου. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα ο Ρούσσος. Σκέφτηκα αφού ήρθα στην Αθήνα, ας πάω σε μια σχολή. Διάλεξα της Μαίρης Βογιατζή-Τσάγκα γιατί ήταν η φτηνότερη. Είχα έναν καταπληκτικό δάσκαλο, τον Βασίλη Ρίτσο και τον ακολούθησα».

Με τη Συνοδινού

Ο Β. Μπισμπίκης ήταν από τα παιδιά «που έφυγαν κυνηγημένα από τα σχολεία, πολύ ατίθασος». Οσο ήταν στη σχολή τον διάλεξε για μια παράσταση η Αννα Συνοδινού και έμεινε μαζί της τέσσερα χρόνια. «Ηταν τεράστιο σχολείο. Τη λάτρευα και με αγαπούσε κι αυτή. Αυστηρή, δίκαιη, έμαθα την κλασική παιδεία σε σχέση με την τραγωδία. Ηταν ένα πανεπιστήμιο η Συνοδινού για την αρχαία τραγωδία».

Στο «Ανθρωποι και ποντίκια (μετάφραση - ελεύθερη απόδοση της Σοφίας Αδαμίδου) βλέπει μια σκληρή και βαθιά ανθρώπινη ιστορία διαψευσμένων ονείρων. Την αγωνιώδη, συγκινητική προσπάθεια των ανθρώπων του μόχθου για επιβίωση. Η ιστορία δεν εκτυλίσσεται στην Αμερική του μεγάλου κραχ, αλλά σε μια μάντρα ανακύκλωσης, στην περιοχή του Βοτανικού, δίπλα από τα hotspots των μεταναστών και προσφύγων.

«Οι παραστάσεις που κάνω είναι λαϊκές, με πολιτική ματιά. Ο χαμός που γίνεται με αυτή την παράσταση νομίζω ότι έχει να κάνει με τη φόρμα της ιστορίας. Ο κόσμος είδε κάτι ακραία ρεαλιστικό, σε κάποιες περιπτώσεις ίσως και νατουραλιστικό και ποιητικό, αλλά μέσα σε μια αλήθεια που τον ξεπερνούσε. Ο υποκριτικός κώδικας δημιούργησε μια απρόσμενη εμπειρία στον θεατή. Σα να ήταν ντοκιμαντέρ».


Το «Ανθρωποι και ποντίκια», που σημείωσε πέρυσι μεγάλη επιτυχία, συνεχίζει και φέτος, από τις 17 Οκτωβρίου, στο θέατρο Cartel.

Τα βράδια πέρυσι στον Βοτανικό, έτρεχε ένα ετερόκλητο θεατρικό κοινό. Παραδέχεται ότι ανάμεσα στους θεατές, ήταν και «κυρίες με ψηλοτάκουνα και ακριβά αυτοκίνητα, κυρίες που πάνε και στη Στέγη. Θεατρόφιλο κοινό είναι και αυτή η κατηγορία. Είναι χαρά να βλέπω κι έναν άλλο κόσμο. Παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γιατί δεν έχουν καμία εικόνα για τον λούμπεν κόσμο της παράστασης. Ισως, μάλιστα, αυτά τα έργα αφορούν περισσότερο αυτό το κοινό».

Ο ωμός και οξύς τρόπος άλλους τους λυτρώνει κι άλλους τους απωθεί. «Κάποιοι θεατές έβγαιναν μετά την παράσταση και τους άκουγα να βρίζουν, απενοχοποιημένοι». Υπήρχαν όμως και κάποιοι που σοκάρονταν, «αυτοί που αρνούνται ότι στη ζωή υπάρχει κι αυτό το κομμάτι. Οταν θέλεις να κάνεις νατουραλισμό ή ακραίο ρεαλισμό δεν μπορείς να μη χρησιμοποιήσεις αυτή τη γλώσσα, είτε οι ήρωες ζουν σε μια μάντρα ανακύκλωσης είτε σε ένα μεγαλοαστικό σπίτι».

Τολμηρό είναι και το σκηνοθετικό ύφος του Β. Μπισμπίκη και στην παράσταση του «Πατέρα», που ανεβαίνει στις 9 του μηνός στο Θέατρο «Αποθήκη». Στη νέα του ανάγνωση, το έργο του Στρίντμπεργκ μεταφέρεται στην Ελλάδα του σήμερα, παραμονή Πρωτοχρονιάς σε ένα μεσοαστικό σπίτι όπου δύο σύζυγοι συγκρούονται αδυσώπητα για την κυριαρχία πάνω στο παιδί τους. «Δεν ήμουν σε φάση να δουλέψω έξω από τον δικό μας χώρο. Αλλά ήταν ιδέα του Τάσου Ιορδανίδη να δούμε μαζί και με τη Μαρίνα Ασλάνογλου ένα έργο. Λόγω του φίλου το έκανα αλλά χαίρομαι τώρα».

Ο ίδιος πρότεινε τον «Πατέρα», «γιατί η επιλογή ενός έργου έχει να κάνει με τη θεματολογία που με αφορά ως άνθρωπο στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Στο “Ανθρωποι και ποντίκια” με ερέθιζε το θέμα της φιλίας και αναζήτησα ένα έργο για να το χρησιμοποιήσω ως όχημα. Ο Στρίντμπεργκ αγγίζει μια άλλη πλευρά: Είμαι σε γάμο, έχω ένα παιδί 6,5 ετών, θέλησα να μιλήσω γι’ αυτό που τώρα καταλαβαίνω καλύτερα. Το ίδιο και ο Τάσος. Είμαστε σαραντάρηδες, γονείς».

Τα διαχρονικά θέματα

Στην παράσταση, λέει, κρατάει τα περισσότερα ζητήματα που θίγει ο δραματουργός. Κάποια άλλαξαν. «Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να κρατήσουμε ότι την κηδεμονία την ορίζει ο πατέρας 100%, αυτό συνέβαινε το 1887. Υπάρχουν ωστόσο διαχρονικά θέματα: η πάλη των δύο φύλων, το θέμα της εξουσίας, η σχέση με τη μάνα, η ανατροφή ενός παιδιού. Ολα είναι αφορμές για να ανταλλάξει το ζευγάρι χτυπήματα κάτω από τη ζώνη. Βιώνουν μεταξύ τους έναν ανελέητο πόλεμο, αλλά, όταν έρχονται αντιμέτωποι με τον θάνατο, αλλάζουν. Για εμένα αυτό είναι ο πυρήνας του έργου: όταν αντιμετωπίζεις τη ζωή σου μέσα από τον εγωισμό γίνεται γελοία, και στην πιο μεγάλη απειλή το κακό γαληνεύει».

Οι ήρωες εδώ έχουν τα ονόματα των ηθοποιών. Δίνεται επίσης έμφαση στην κακή οικονομική κατάσταση και τονίζεται η σκληρή γλώσσα όπως και στο έργο του Τζον Στάινμπεκ: «Μόνο που εδώ δεν έχουμε λούμπεν προλεταριάτο, αλλά μεσοαστούς με ακραία σκληρό λόγο».


Ηταν από τα παιδιά «που έφυγαν κυνηγημένα από τα σχολεία, πολύ ατίθασος». Κρουπιέρης στα 20 του μέχρι τα 23, δούλεψε όμως και κρεοπώλης, υδραυλικός, «ό,τι μπορείς να φανταστείς». Ο Βασίλης Μπισμπίκης είναι ψημένος στη ζωή.

Ο «Αρης» της Σοφίας Αδαμίδου που ερμηνεύει ο Τάσος Σωτηράκης, είναι μία ακόμη παράσταση στο Cartel (για την ιστορία και τους αγώνες του Aρη Βελουχιώτη), που συνεχίζει με φόρα για τρίτη σεζόν. «Αυτό το έργο χτυπάει στην πληγωμένη υπερηφάνεια των Ελλήνων. Ερχονται 90άρηδες, ακόμα και σε αμαξίδια. Υπάρχει, άλλωστε, ένα γενικότερο ενδιαφέρον για την Ιστορία. Εχουμε ανάγκη να μάθουμε». Εδώ οι αντιδράσεις του κοινού είναι διαφορετικές: «Επαναστατικές. Φωνάζουν και κλαίνε».

Και αν όλα αυτά δεν σας φαίνονται ήδη αρκετά ενδιαφέροντα και τολμηρά, σημειώστε ότι τον Φεβρουάριο του 2020 στο Cartel θα ανέβουν «Τα κόκκινα φανάρια» του Αλέκου Γαλανού με ηθοποιούς μεταμορφωμένους σε τρανσέξουαλ. Η ιστορία δεν θα διαδραματίζεται στην Τρούμπα του ’60 και στις ιερόδουλες της περιοχές, αλλά στην Αθήνα του 2019, στην ομοφοβία, στην εκμετάλλευση κ.ά.

O στόχος

«Δεν θέλω η παράσταση που θα δουν οι θεατές να τοποθετείται στο 1963, επειδή θα έπαιρναν μια απόσταση. Θα καταλάβαιναν τα διαχρονικά θέματα που θίγονται, αλλά θα τα παρακολουθούσαν αναπαυτικά. Εγώ, αντίθετα, θέλω να ταρακουνώ και να ξεσηκώνω τον θεατή. Δεν με ενδιαφέρει αν σιχαθεί, αν βρει απωθητικό το αποτέλεσμα, αλλά κάτι να του συμβεί, να νιώσει. Ακόμη κι αν φύγει, κάτι σημαίνει». Ο ίδιος θα παίξει τη Μαντάμ Παρί, τον ρόλο που έπαιξε η Δέσπω Διαμαντίδου στην ταινία, ενώ η Νικολέτα Κοτσαηλίδου τον ρόλο της Αλεξάνδρας Λαδικού, η Γεωργιάνα Νταλάρα της Μαίρης Χρονοπούλου, ο χορογράφος Δημήτρης Παπάζογλου θα υποδυθεί την Κατερίνα, που ερμήνευσε στην ταινία η Ηρώ Κυριακάκη κ.ά.

Ο Β. Μπισμπίκης και οι συνεργάτες του εξακολουθούν να εργάζονται με τον ίδιο τρόπο, «να φτιάχνουμε σκηνικά και κοστούμια από τις μάντρες ανακύκλωσης, όλοι μαζί να καθαρίζουμε τον χώρο. Το μπαμ που έγινε πέρυσι μάς έδωσε δύναμη να ρισκάρουμε περισσότερο, να κάνουμε ακόμη πιο γενναίες παραγωγές με πολλούς ηθοποιούς, ισότιμα ποσοστά για όλους, πληρωμένα ένσημα. Ζούμε μέσα από το Cartel, συντηρώντας τόσο κόσμο. Αν το σκεφθείς είναι σπουδαίο. Πέτυχε, λειτούργησε, αποδίδει, με μια ομάδα που έχουμε τον ίδιο υποκριτικό κώδικα. Γιατί αλλού, δεν είναι έτσι».

Και τώρα, μετά 18 χρόνια στις σκηνές, τι ζητάει από το θέατρο; «Να είμαι ευτυχισμένος σ’ αυτό, και με την ομάδα γύρω μου, να κάνουμε θέατρο σε υγιείς συνθήκες και όχι σε νοσηρό κλίμα. Θέλω οι παραστάσεις που κάνω να έχουν κοινωνικό αποτύπωμα, να ταρακουνούν. Οσο για το θεατρικό τοπίο, πιστεύω πως θα αλλάξει προς το καλύτερο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ