Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

«Τι τη φυλάς ακόμα αυτή την τάπια»...

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Παναγιώτης Γράββαλος, «Σπίτι με θέα». Λάδι σε καμβά. Από την έκθεση «Το τοπίο της Σαντορίνης στην ελληνική ζωγραφική του εικοστού αιώνα. Συλλογή Δημήτρη Τσίτουρα». Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138. Εως 3/11.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Οι μεταθανάτιες συγκεντρωτικές εκδόσεις προσκαλούν σε αναδρομική αποτίμηση και καλύπτουν ένα μικρό τμήμα του κριτικού κενού που υπήρξε όσο ο/η συγγραφέας ζούσε. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με την πρόσφατη έκδοση από την «Αγρα» του τόμου «Ανάμεσα στο μακριά και το πολύ μακριά», όπου συγκεντρώνονται τα ποιήματα και τα διηγήματα της Αλόης Σιδέρη, που έγινε περισσότερο γνωστή ως μεταφράστρια. Η Σιδέρη εντούτοις κατόρθωσε το διακριτό στίγμα της υπηρετώντας ποικιλότροπα τη γραφή: ποιήτρια, μελετήτρια της φιλολογίας, ιστοριογράφος, χρονογράφος, δοκιμιογράφος και –όντως μείζον στοιχείο της ταυτότητάς της– μεταφράστρια. Διαγλωσσική μεταφράστρια πλήθους λογοτεχνημάτων, με πρωτότυπη γλώσσα τους τα γαλλικά, τα αγγλικά και τα ιταλικά. Και ενδογλωσσική μεταφράστρια, από τα αρχαία ελληνικά στα νέα, επεξεργασμένα από μια λογοτεχνική ευαισθησία που απαγόρευε τους ποιητικισμούς. Οι μεταφράσεις αυτές προϋπέθεταν τον φιλολογικό κάματο. Αυτονόητος θα πει κανείς αυτός ο μόχθος, μόνο που δυστυχώς δεν διασώζει πάντα το νόημά του. Αρκετά συχνά η ποιητική ιδιότητα του μεταφραστή λειτουργεί σαν άλλοθι αφιλολόγητης νωχέλειας. Σαν δικαιολογία για να μην αργοπορήσει τάχα η «έμπνευσή» του σε φιλολογικές «λεπτομέρειες».

Για τη Σιδέρη η ποιητική ιδιότητα δεν λειτούργησε σαν άλλοθι. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι, αν και ποιήτρια, δεν ασχολήθηκε με τη συστηματική μετάφραση αρχαιοελληνικής ποίησης. Μετέφρασε ιστορικούς και φιλοσόφους που το έργο τους καλύπτει το άνυσμα από την κλασική εποχή έως τα βυζαντινά χρόνια: Ηρόδοτος, Αριστοτέλης, Ξενοφών, Ιπποκράτης, Λουκιανός. Χάρη και στη δική της δουλειά καρποφόρησε μια τολμηρή ιδέα: να εισαχθούν στην αγορά των γραμμάτων, ως κείμενα προς τερπνή ανάγνωση και όχι προς ταξινόμηση στα πλέον δυσπέλαστα ράφια της βιβλιοθήκης μας, βυζαντινά έργα ελάχιστα γνωστά. Ο Προκόπιος και η «Απόκρυφη ιστορία», η Αννα Κομνηνή και η «Αλεξιάς», ο Μιχαήλ Ψελλός και η «Χρονογραφία».

Τα βιβλία αυτά «κυριολεκτικά άλλαξαν επιτέλους τη δεκαετία του 1980 το άνυδρο τοπίο στην έκδοση βυζαντινών κειμένων αφού έως τότε τα διαβάζαμε σε άθλια ελληνικά και παγερά συντηρητικά πανεπιστημιακά πλαίσια», όπως γράφει η Μαρία Λαϊνά στον αγαπητικά μεστό της πρόλογο. «Εδώ», συνεχίζει, «σε πλήρη αντίθεση, η φρεσκάδα και η άνεση. [...] Μεταφράζοντας, η Αλόη Σιδέρη διδάσκει τουλάχιστον ανεπιτήδευτη μετάφραση».

Η συμβολή λοιπόν της Σιδέρη στην εμβάθυνση της γνώσης μας για τη γραφή των Βυζαντινών ήταν καθοριστική. Καθοριστική υπήρξε επίσης η συμβολή της, όπως και του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, στην εισαγωγή στο φιλολογικό μας παρόν μιας άλλης ημιλησμονημένης περιοχής: του Αρχαίου Ελληνικού Μυθιστορήματος: Το 1997 απέκτησε ζωηρή νεοελληνική φωνή, μεταφρασμένο από τη Σιδέρη, το τελευταίο μεγάλο μυθιστόρημα της ελληνικής αρχαιότητας, τα «Αιθιοπικά» ή «Τα περί Θεαγένην και Χαρίκλειαν». Ο συγγραφέας του, ο Ηλιόδωρος ο Εμεσηνός, εξελληνισμένος Σύρος του 3ου ή 4ου αιώνα μ.Χ., πριν γίνει χριστιανός και χειροτονηθεί επίσκοπος Τρίκκης, πρόλαβε να μας προσφέρει ένα ευφάνταστα επεισοδιώδες μυθιστόρημα που ολόκληρος Θερβάντες το θεωρεί πρότυπο.

Πριν πάντως φωνάξουμε αυτοοικτιρόμενοι ή και αυτοσιχτιριζόμενοι «Δεν θα γίνεις Ελληνας ποτέ, Εμεσηνέ, Εμεσηνέ», μπορούμε να φωνάξουμε «Δεν θα γίνεις Ελληνας ποτέ, Λουκιανέ, Λουκιανέ». Ωστε αμέσως έπειτα να υπογραμμίσουμε ότι μεταφράζοντας έναν άλλον εξελληνισμένο Σύρο, τον Λουκιανό, μεταφέροντας δηλαδή στα νέα ελληνικά ορισμένα από τα σπουδαιότερα γραπτά ενός κορυφαίου σκώπτη («Ικαρομένιππος», «Δημοπρασία φιλοσόφων», «Οι επανερχόμενοι στη ζωή», «Αλέξανδρος ή Ο ψευδομάντης», αυτό το τελευταίο ζευγαρωμένο με το αγνώστου πατρότητος σύγγραμμα «Μοντανός ο ψευδοπροφήτης», και με επιμέλεια του τόμου από τον Δημήτρη Κυρτάτα), η Σιδέρη συνέχισε μια ωραία δουλειά: το εγχείρημα της ανάστασης του Σαμοσατέα σε σημερινά ελληνικά. Τα πρώτα γερά θεμέλια τα έριξε ο Ιωαννης Κονδυλάκης.

Πλούσιο το μεταφραστικό έργο της Σιδέρη, αραιές ωστόσο οι ποιητικές καταθέσεις της. Εξι ολιγοσέλιδες ποιητικές συλλογές σε ένα τέταρτο του αιώνα: 1974-1999. Η πρώτη εμφάνισή της έγινε στα 45 της, όταν άλλοι έχουν ήδη συμπληρώσει μια δεκάδα ποιητικών συλλογών και αρκετοί έχουν ήδη αρχίσει να νιώθουν τη γραφή σαν διάψευση. Η αίσθηση της διάψευσης δεν απουσιάζει από τους στίχους της Σιδέρη, δεν αφορά πάντως την ποίηση. Στη δουλειά της, τα καθαρότερα ίχνη της διάψευσης στην κοινωνική της διάσταση τα αναγνωρίζουμε, ευλόγως, στην πρώτη συλλογή («Φορείο», 1974). Ενα δείγμα: «Και ξάφνου ή σιγά σιγά πού να θυμάσαι / ξεκόψαμε πού οι σύντροφοι πού / πότε ή ποτέ και σβήνουν και πάνε / με τι σινιάλο να μηνύσεις πια / με τι φωνή να τους καλέσεις / με τι όνομα». Δείγμα δεύτερο: «Για να ’βρεις το παλιό σημάδι / πρέπει ν’ αφήσεις το θολάμι του ίσκιου / να ξαναπιείς εφτά θανάτους / να περάσεις αντίδρομα την ήττα / τη διάψευση την προδοσία την άρνη» (με την «άρνη» να έρχεται κατευθείαν από την επικράτεια των δημοτικών μοιρολογιών). Δείγμα τρίτο: «Τι τη φυλάς ακόμα αυτή την τάπια / ο εχθρός πέρασε / η συνθήκη γράφει να διαλυθούμε / καθένας να ξαπλώσει όπως μπορεί / ο εγκέφαλος τύπωσε τους όρους / απαγορεύονται οι αναπνοές / τα πράσινα τα κόκκινα και τα γαλάζια όνειρα / απαγορεύονται οι αναμνήσεις».

Ομως ουδείς μπορεί να απαγορεύσει τα όνειρα και τις αναμνήσεις. Κι αυτά ακριβώς αποτελούν την πρώτη ύλη της ποίησης, το σκηνικό και το κίνητρό της, έστω κι αν τις στιγμές που τα ανακαλείς και τα ανασυντάσσεις, είσαι «σαν κασκαντέρ που παρακολουθεί την ίδια του την πτώση στην οθόνη», όπως γράφει η Σιδέρη στο ποίημα «Σαν κασκαντέρ» της τελευταίας της συλλογής («Το πιο τρομαχτικό», 1999).  Οικείος χρόνος των ποιημάτων της η νύχτα, με τα όνειρά της, τα ασχεδίαστα και ατιθάσευτα του ύπνου ή τα ημιελεγχόμενα της αναπόλησης, όταν είμαστε ακόμα μισοξύπνιοι-μισοκοιμισμένοι· η γραφή της μπαινοβγαίνει στα όνειρα, αδιάφορη για σύνορα και τελωνεία («φωνές που είναι και δεν είναι του ονείρου» λέει ένας στίχος του ποιήματος «Το σάλι», στο «Πιο τρομαχτικό»). Οικείος χώρος είναι η θάλασσα της γενέτειρας Κεφαλονιάς, το Ιόνιο, αν κρίνουμε και από τους εξής αυτοβιογραφικούς στίχους του ποιήματος «Επίσκεψη» («Το όνειρο της γάτας», 1990): «Μου ήρθε τη νύχτα η θάλασσα η παιδική μου / ίδια όπως τότε μα πιο μακρινή / οίστρος μόνο για ποίηση, όχι πια για κολύμπια / και μου έφταναν κύματα οι λέξεις».

Τα ποιήματα της Αλόης Σιδέρη, αλλά θα ’λεγα και τα διηγήματά της, αποτελούν στο σύνολό τους το ανάπτυγμα ενός υποβλητικού ονειρικού λυρισμού. Εσωτερικεύοντας την πνευματική αγωνία και καλλιεργώντας την ψυχική ταραχή, ο λυρισμός αυτός διατηρείται γαληνός και καρτερικός.

Αυτή είναι η δύναμη και η καλοσύνη του.

* ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΗ: Την περασμένη Κυριακή, στη φράση του Τάσου Χριστίδη περί «ανοδικής υπεροψίας και καθοδικής αυτοψίας», η «αυτοψία» έγινε «αστοχία». Απολύτως δική μου η αστοχία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ