Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη, σε μια οικογένεια που ενδιαφερόταν πολύ για τα καλλιτεχνικά και αγαπούσε τη μουσική. Θυμάμαι να ψαχουλεύω, πιτσιρικάς, τα βινύλια των γονιών μου: τη «Ρωμαϊκή Αγορά» του Μάνου Χατζιδάκι, το «Καπνισμένο τσουκάλι» του Χρήστου Λεοντή και του Γιάννη Ρίτσου, διάφορα άλμπουμ της Νάνας Μούσχουρη και του Σταύρου Ξαρχάκου, αλλά και τους δίσκους με τα πρώτα τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη και της Λίνας Νικολακοπούλου. Δεν είναι καθόλου παράξενο, λοιπόν, που έχτισα «γέφυρες» με αυτό το ρεπερτόριο από την εφηβεία και μετά. 

Σε ηλικία επτά ετών ξεκίνησα να σπουδάζω πιάνο και θεωρητικά. Αλλά στα χρόνια του λυκείου το βάρος της μελέτης μού φάνηκε δυσβάσταχτο. Μπούκωσα. Αποφάσισα να σταματήσω και να ρίξω το βάρος στα διαβάσματά μου. Ήθελα να σπουδάσω Νομικά. Το πώς αναζητούμε και εφαρμόζουμε τους κανόνες που ορίζουν το δίκαιο σε μια σύγχρονη κοινωνία ήταν κάτι που με απασχολούσε ιδιαίτερα εκείνη την εποχή. Όταν πέρασα στη Νομική, όμως, συνειδητοποίησα πόσο πολύ μου έλειπε αυτό που είχα αφήσει πίσω. Επέστρεψα στη μουσική και από τότε δεν την έχω εγκαταλείψει ούτε μία στιγμή.

Το 2013, αφού πήρα το πτυχίο μου, ήρθα στην Αθήνα –όχι μόνιμα ακόμη– γιατί ξεκινήσαμε με τον Δημήτρη Μαραμή να προετοιμάζουμε την «Αισθηματική ηλικία», το πρώτο μου άλμπουμ. Με είχε ιντριγκάρει πολύ ο Δημήτρης. Έλεγα: ποιος είναι αυτός ο νέος συνθέτης που έχει μελοποιήσει με αυτόν τον τρόπο τον Λόρκα με τα ελληνικά λόγια του Σωτήρη Τριβιζά; Από την αρχή ζητούμενο για μένα ήταν να έχω δικά μου τραγούδια. Δεν έζησα την ακμή της δισκογραφίας, για να μου λείπει στην παρακμή που περνάει τα τελευταία χρόνια, δεν είχα μέτρο σύγκρισης με τη χρυσή εποχή της δηλαδή. Αποφάσισα όμως να κινηθώ από καρδιάς, με γνώμονα τι ονειρεύομαι να κάνω, ποιους ανθρώπους θέλω να συναντήσω και να συνομιλήσω δημιουργικά μαζί τους. 

Έχω πια χαράξει τον δικό μου δρόμο, ακούω τη δική μου φωνή. Πειρασμοί; Σίγουρα υπάρχουν. Αλλά οι επιλογές μου είναι απολύτως συνειδητές, όσο μεγάλο κι αν είναι το δέλεαρ. Πρόσφατα μου πρότειναν, για παράδειγμα, ένα κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο ποσό για να τραγουδάω μισή ώρα στο πρόγραμμα ενός νυχτερινού κέντρου, στα μπουζούκια. Το νυχτοκάματο αντιστοιχούσε σε έσοδα ενός εξαμήνου για τα δικά μου δεδομένα. Φυσικά και αρνήθηκα. Και όποτε γυρίζω πίσω στον χρόνο και θυμάμαι τα σταυροδρόμια στα οποία βρέθηκα, σκέφτομαι πως τελικά δίλημμα δεν υπήρχε. Θέλω σε κάθε τραγούδι, σε κάθε μου δουλειά, να αναγνωρίζω τον εαυτό μου, έστω κάποια κομμάτια του. Μόνο τότε ξέρω ότι μπορώ με εντιμότητα να τα υπηρετήσω. Δεν έχω μετανιώσει για το παραμικρό, λοιπόν. Σίγουρα κάποια βήματά μου θα μπορούσαν να έχουν γίνει πιο προσεκτικά ή πιο μελετημένα, αλλά μέχρι τώρα δεν έχει υπάρξει τίποτα που να κουβαλώ ως στενοχώρια ή απωθημένο.

Το 2016, η Αθήνα έγινε πια η βάση μου.  Έμεινα αρχικά στα Εξάρχεια, τώρα στο Μετς. Μου αρέσει πολύ το κέντρο της πόλης. Αν συγκρίνω, βέβαια, τους Αθηναίους με τους Θεσσαλονικείς, βρίσκω διαφορά στη μενταλιτέ. Εδώ οι σχέσεις δεν είναι τόσο άμεσες. Πρέπει να διανύσουμε μεγαλύτερη απόσταση για να... αγαπηθούμε.

Η συνάντηση με τη Λίνα Νικολακοπούλου ήταν όνειρό μου. Πραγματοποιήθηκε μέσω μιας ευτυχούς συγκυρίας: ετοίμαζε ένα πρότζεκτ στη Θεσσαλονίκη, το οποίο δεν υλοποιήθηκε τελικά, αλλά έδωσε την αφορμή να γνωριστούμε. Το «άγγιγμα» της Λίνας πάνω στους ανθρώπους είναι μαγικό: είναι σαν να φωτίζει κλειστά δωμάτια. Πέρα από την αισθητική της, πέρα από την αμεσότητα που έχουν ο λόγος και το συναίσθημά της, μου δίδαξε να δίνω προσοχή σε πράγματα που παλαιότερα θεωρούσα ασήμαντα. Άρχισα να παρατηρώ γεγονότα, ανθρώπους και συμπεριφορές που προηγουμένως θα προσπερνούσα. Τα τραγούδια που ετοιμάζουμε, σε μουσικές του Νικόλα Πιοβάνι –που δεν είναι παρατηρητής, αλλά δείχνει να τον αφορά πραγματικά αυτό το άλμπουμ–, ομορφαίνουν τη ζωή μου. Ειδικά όταν τραγουδάω τον στίχο «Αγάπη της καρδιάς μου, αγάπη μόνη, ποιο ναι σου είπε η ζωή μου όταν σε είδα / το ναι που λέει εκείνος που ζυγώνει, το ναι που δεν κρατάει σπαθί κι ασπίδα, μα δένει την καρδιά του μ’ αλυσίδα», η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή...

Οι περισσότεροι φίλοι μου έχουν φύγει για το εξωτερικό, είμαστε η γενιά του brain drain. Δεν ξέρω αν θα κάνω κάποια στιγμή το ίδιο, δεν το αποκλείω, αν και στη μουσική λειτουργούν διαφορετικά τα πράγματα. Περάσαμε όλοι διά πυρός και σιδήρου τα τελευταία χρόνια. Πάντως, η κρίση μάς έκανε πιο ουσιαστικούς. Μας τελείωσε το αμέρικαν ντριμ και θυμηθήκαμε πώς είναι να αγωνίζεσαι για όσα έχουν πραγματική σημασία.

Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι ο συνθέτης που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο έχει διαμορφώσει την αισθητική μου. Δεν είχα την τύχη να τον συναναστραφώ, ούτε να παρακολουθήσω συναυλία του. Αν μπορούσα να ταξιδέψω πίσω στον χρόνο, να τον συναντήσω και να του απευθύνω μια ερώτηση, θα ήθελα να μάθω σε ποια φάση της ζωής του έγραψε «Το χαμόγελο της Τζοκόντας». Έτσι, ίσως καταλάβαινα γιατί με συγκινεί τόσο· γιατί, κάθε φορά που ακούω τον «Χορό με τη σκιά μου», τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα... ■

24 Οκτωβρίου, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, «Η ζωή είναι ωραία»: αφιέρωμα στον Ιταλό συνθέτη και μαέστρο Νικόλα Πιοβάνι με την επιμέλεια της Λίνας Νικολακοπούλου. Εκεί θα ακουστούν για πρώτη φορά τα τραγούδια από το άλμπουμ «Όμορφη ζωή», που θα κυκλοφορήσει σε μερικές εβδομάδες.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ