«Άκου, κορίτσι μου, η εφημερίδα είναι μια συνήθεια. Όπως έχω μάθει να κρατώ τα πινέλα μου, έτσι και σήμερα, που είμαι 89 ετών, πιάνω κάθε πρωί στα χέρια μου την “Καθημερινή”. Είναι κάτι που το κάνω από τότε που ήμουν στην εφηβεία. Πολλούς από τους συναδέλφους σου τους αισθάνομαι πια σαν συνοδοιπόρους ζωής, όπως τον Παντελή Μπουκάλα, λ.χ., που δεν χάνω άρθρο του και χαίρομαι τη γλώσσα που χρησιμοποιεί. Όταν έπεσε στο τραπέζι η ιδέα να σας ζωγραφίσω ένα έργο για τα 100 χρόνια σας, τότε αντιλήφθηκα ότι η εφημερίδα είναι 11 χρόνια πιο μεγάλη από μένα. Έτσι λοιπόν, έβαλα στον πίνακα τον εαυτό μου στη βεράντα του σπιτιού μου της Μήλου, να τη διαβάζω και μπροστά μου να είναι το άπειρο της θάλασσας. Συμβολικά μιλώντας, η εφημερίδα είναι ο ορίζοντάς σου, ο τρόπος που σου αποκαλύπτονται ο κόσμος και τα συμβάντα του, η τρέχουσα επικαιρότητα. Ναι, είναι λοιπόν μια συνήθεια που σου διαμορφώνει το βλέμμα».

Ο Δημοσθένης Κοκκινίδης είναι καθισμένος στο ατελιέ του, μπροστά στο έργο και στα ζωγραφικά του σύνεργα, και θυμάται τα παιδικά του χρόνια στο Νέο Φάληρο: «Εκεί δεν είναι τα γραφεία σας; Εμείς κάποτε κάναμε μπάνιο στα νερά αυτά, να φανταστείς. Ξέρεις τι όμορφα που ήταν; Παράδεισος όλη η Αττική». 

Νέο Φάληρο και Τσίλερ

Θυμάται στην ίδια γειτονιά και το πατρικό της γυναίκας του, της εξαιρετικής ζωγράφου Πέπης Σβορώνου, το οποίο είχε σχεδιάσει ο Τσίλερ. Εδώ και δεκαετίες, ο ίδιος έχει μετακομίσει σε ένα όμορφο κτήμα στην Παιανία, όπου βρίσκεται και το εργαστήριό του· κήπος, μπαξές με κηπευτικά και πολλά γατιά. Στην πόρτα του με υποδέχθηκε μια φουντωτή ύπαρξη. Τον ρώτησα πώς την έχει βαφτίσει. «Κολλιτσίδα», μου απάντησε και έσκασε στα γέλια, δίνοντάς της χάδια στο κεφάλι. Είναι ένας άνθρωπος σοφός, απλός, προσηνής, γλυκός. Κυρίως είναι ένας άνθρωπος σκεπτόμενος και πολιτικοποιημένος, αλλά ποτέ φανατικός.

«Σε όλη μου τη ζωή ενέτασσα τον εαυτό μου στην Αριστερά. Όχι αυτό που αποκαλώ σήμερα “νεοαριστερά”, αλλά εκείνη που υπηρετούσε ανθρωπιστικά ιδεώδη, είχε στελέχη όπως ο Ηλιού. Θα αναρωτηθείτε πώς διάβαζα από πάντα “Καθημερινή”. Μα αυτό είναι το προσόν της εφημερίδας σας. Όποιοι δεν εγκλωβίζονται στην ιδεολογία αναγνωρίζουν και σέβονται μια έκδοση με αρχές. Αυτό πάντοτε χαρακτήριζε την “Καθημερινή”. Στην Επταετία, οπότε σταμάτησε να εκδίδεται, μου έλειψε πολύ», λέει ο Κοκκινίδης, που δείχνει σ’ εμένα και στον φωτογράφο μας Νίκο Κοκκαλιά κάποια παλαιότερα έργα του που ζωγράφισε κατά τη διάρκεια της χούντας, στην ενότητα «Διαμαρτυρίες».

 

 

Απρόοπτες συναντήσεις στην τουαλέτα...

«Λοιπόν, έχω μια πολύ αστεία ιστορία να σας διηγηθώ με την Ελένη Βλάχου», συνεχίζει. «Αρχές δεκαετίας του ’60 και είχα αποφασίσει να παραιτηθώ από μια δουλειά που δεν μου άρεσε. Ήταν δύσκολες εποχές τότε οικονομικά και τα φέρναμε βόλτα όπως όπως. Με την Πέπη είχαμε ταξιδέψει στην Ιταλία και είχαμε δει από κοντά πώς οι γείτονές μας είχαν εξελίξει τη χειροτεχνία σε σύγχρονο ντιζάιν. Τότε, λοιπόν, μου ήρθε η ιδέα να κάνουμε χειροποίητα φορέματα ζωγραφισμένα από εμάς τους ίδιους. Πήρα βιομηχανικά χρώματα από την αγορά και άρχισα να κάνω δοκιμές πάνω σε ύφασμα. Ύστερα βρήκαμε πατρόν και φτιάξαμε τα πρώτα ζωγραφιστά –στο χέρι– φορέματα. Ενοικιάσαμε έναν χώρο στο κέντρο της Αθήνας και κάναμε την παρθενική μας επίδειξη με την Πέπη. Παρουσιάσαμε τα φορέματα καρφιτσωμένα σε τελάρα, κρεμασμένα στους τοίχους σαν έργα τέχνης. Στα εγκαίνια έγινε χαμός. Ήρθε όλη η καλή Αθήνα. Κάποια στιγμή ήθελα να επισκεφθώ την τουαλέτα. Ήταν κατειλημμένη. Μέσα ήταν η Ελένη Βλάχου, που είχε αγοράσει ένα από τα φουστάνια μας, το οποίο της άρεσε τόσο, που πήγε να το βάλει επιτόπου! Έτσι γνωριστήκαμε». Η πρωτοβουλία αυτή είχε τόση επιτυχία, που όχι μόνο τους έκανε διάσημους διεθνώς, αλλά και τους χάρισε ένα σταθερό έσοδο που τους επέτρεψε να ζήσουν και να αφιερωθούν στην τέχνη τους, χωρίς να έχουν την αγωνία να πουλάνε τα έργα στις ατομικές τους εκθέσεις.

Οι ιστορίες του Κοκκινίδη απλώνονται σε άλλες εποχές. Μιλάει συχνά για τον Γιάννη Μόραλη, για τους φοιτητές του στη Σχολή Καλών Τεχνών, για μια άλλη Αθήνα, για πολιτικά γεγονότα που χαράχθηκαν στη μνήμη του. Μιλάει για τη ζωγραφική. «Ένα έργο ξεκινά πρώτα στο μυαλό μου. Εκεί το σκαρώνω. Πρώτα αναλογίζομαι το θέμα και, μόλις το χωνέψω, τότε περνώ στη φιγούρα και στο χρώμα. Όταν ήμουν νεότερος βέβαια, τα έκανα όλα κατευθείαν στον καμβά. Είχα τη σωματική ρώμη. Ξέρεις, τον ζηλεύω εκείνον τον παλιό εαυτό μου, που σηκωνόμουν το πρωί και μπορούσα να ριχτώ στη δουλειά χωρίς να λογαριάζω κούραση».

Τον ρωτώ για το μέλλον της ζωγραφικής: «Είναι κάτι που ο άνθρωπος κάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Δεν υπάρχει περίπτωση να σταματήσει ποτέ, ακόμα κι αν ορισμένοι πιστεύουν πως όλα έχουν γίνει στην τέχνη. Εγώ, πάντως, δεν μπορώ να σκεφτώ ότι θα υπάρξω χωρίς τα πινέλα μου». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ