To «Mindhunter», η βασισμένη σε αληθινά γεγονότα σειρά του Netflix –από την οποία παρελαύνουν οι μεγαλύτεροι serial killers του 20ού αιώνα, προκειμένου να ψυχαναλυθούν από το νεοϊδρυθέν, τη δεκαετία του ’70, Τμήμα Ανάλυσης Συμπεριφοράς του FBI–, είναι απλώς το πιο πρόσφατο παράδειγμα. Έχουν υπάρξει δεκάδες. Ακόμα κι όταν τέτοιου τύπου αστυνομικές υποθέσεις αποτελούσαν ταμπού για όσους ήθελαν να κάνουν ποιοτικό κινηματογράφο (τις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80), η εμμονή του κοινού με το αντικείμενο είχε ως αποτέλεσμα πάμπολλες τηλεοπτικές παραγωγές και ενίοτε μερικά κινηματογραφικά διαμάντια, όπως το «The Boston Strangler» (1968), αλλά και το κλασικό «Ψυχώ» (1960), του οποίου ο ήρωας, Νόρμαν Μπέιτς, βασιζόταν στον αληθινό Εντ Γκέιν, που σκότωνε ή ξέθαβε νεκρές γυναίκες που έμοιαζαν με τη νεκρή μητέρα του. 

Στην πορεία ήρθαν μεγάλες εμπορικές και καλλιτεχνικές επιτυχίες, όπως η «Σιωπή των αμνών» και το «Seven», το «Zodiac» και το «Monster», και οι serial killers –πραγματικοί και φανταστικοί– άρχισαν να μετατρέπονται σε σταρ. Τα τελευταία χρόνια, η μανία κορυφώθηκε. Τα αναγεννημένα αμερικανικά τηλεοπτικά δίκτυα, αλλά και πλατφόρμες όπως το Netflix πρόσφεραν αφειδώς τέτοιες ιστορίες και είχαν τεράστια απήχηση στο κοινό. «True Detective», «Dexter», «The Fall», «The Jinx» είναι μόνο μερικές σειρές, ενώ πρόσφατα έκαναν την εμφάνισή τους και ντοκιμαντέρ, όπως το «The Ted Bundy Tapes», για τις αληθινές συνομιλίες του διαβόητου Τεντ Μπάντι –που είχε σκοτώσει με πρωτοφανή βία τουλάχιστον τριάντα γυναίκες– με το FBI. Mε την πρώτη του σεζόν το 2017, το «Mindhunter» –με τη σφραγίδα του Ντέιβιντ Φίντσερ– ήρθε για να γίνει το κόσμημα στο στέμμα της σχετικής κατηγορίας σειρών. Όχι μόνο γιατί ήταν εξαιρετικό δραματουργικά, αλλά και γιατί, εκτός από την καταγραφή των ιστοριών τους, έμπαινε και στην ψυχή των δολοφόνων, προσπαθούσε να τους προβλέψει και να τους κατανοήσει. Στη δεύτερη σεζόν του, δε, καταπιανόταν και με αυτήν ακριβώς τη σαγήνη που προκαλούν στο κοινό. 

 


Ο Jeffrey Lionel Dahmer, γνωστός και ως «κανίβαλος του Μιλγουόκι», βίασε, δολοφόνησε και ακρωτηρίασε δεκαεπτά άνδρες και αγόρια μεταξύ του 1978 και του 1991. © JCurt Borgwardt/Sygma via Getty Images / Ideal Image

 

Καλά ακούσατε: murderabilia  

Έτσι κι αλλιώς, ο κόσμος ήδη εδώ και χρόνια τούς γκούγκλαρε και μάθαινε κάθε λεπτομέρεια για τις ιστορίες τους. Το ίντερνετ ήταν γεμάτο δημοπρασίες «murderabilia», όρος που δημιουργήθηκε για να περιγράψει τα αναμνηστικά φόνων και δολοφόνων που άρχισαν να πωλούνται σε ιστοσελίδες με ονομασίες όπως Murder Auction και Serial Killer Ink: χώμα από τον τάφο του Εντ Γκέιν, μισό μπουρίτο που είχε αφήσει ο Τσαρλς Μάνσον, μια αυτοπροσωπογραφία του Pogo the Clown, κατά κόσμον Τζον Γουέιν Γκέισι, του δολοφόνου παιδιών που δούλευε ως κλόουν σε παιδικά πάρτι. Σημειωτέον, το τελευταίο πουλήθηκε 125.000 δολάρια, ενώ το μουχλιασμένο μπουρίτο του Μάνσον έπιασε τα 800! «Είναι αρκετά ενοχλητικό να σκέφτεται κανείς ότι το κοινό επιδεικνύει παρόμοιες επιθυμίες με τους ίδιους τους δολοφόνους, που διατηρούν αναμνηστικά από τα θύματά τους, όπως μαλλιά, ρούχα, εσωτερικά όργανα κ.λπ.», λέει ο καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Λέστερ, Σέιν Μακ Κόριστιν, συγγραφέας αρκετών βιβλίων και εργασιών σχετικά με τη γοητεία που ασκούν στο κοινό οι δολοφόνοι αυτού του τύπου. Από την εποχή του Τζακ του Αντεροβγάλτη, του πιο διάσημου κατά συρροή δολοφόνου όλων των εποχών, που έγινε αντικείμενο βιβλίων, κόμικ, ταινιών και σειρών –οι νυχτερινές ξεναγήσεις στα σημεία των δολοφονιών του προσελκύουν ακόμα τεράστια πλήθη–, το κοινό διψά να μαθαίνει για ειδεχθή εγκλήματα και τους δράστες τους. 

Το 2014, περισσότεροι από 70 εκατομμύρια άνθρωποι «κατέβασαν» το podcast «Serial», που ερευνούσε τη δολοφονία της δεκαεπτάχρονης Hae Min από τη Μινεσότα το 1999, τη στιγμή που έως τότε κανένα podcast δεν είχε κάνει ποτέ παραπάνω από πέντε εκατομμύρια downloads. Τον Οκτώβριο του 2015, μια συλλογή από 600 αντικείμενα που σχετίζονταν με εγκλήματα, από τα αρχεία της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου, εκτέθηκαν στο μουσείο της πόλης. Η προπώληση των εισιτηρίων ήταν μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη στο μουσείο. Το Crime Museum της Ουάσιγκτον ήταν –πριν κλείσει– η πιο δημοφιλής ατραξιόν για οικογένειες. Περιλάμβανε τα κοστούμια κλόουν του Γκέισι και το Volkswagen του Τεντ Μπάντι με το οποίο απήγε και δολοφονούσε γυναίκες. Το σπίτι του Εντ Γκέιν, όπου έκανε τις σφαγές του, έρχονταν να δουν οικογένειες από ολόκληρη την Αμερική, ενώ, αφού κάηκε, 20.000 άτομα συγκεντρώθηκαν για να δουν τα απομεινάρια του, πριν βγουν σε δημοπρασία. 

 


Ο Τσαρλς Μάνσον στο κελί του σε σωφρονιστικό ίδρυμα της Καλιφόρνια, το καλοκαίρι του 1982, μια περίοδο κατά την οποία τα αμερικανικά μίντια τον επισκέπτονταν τακτικά, ικανοποιώντας την περιέργεια του κόσμου. © Neil Leifer /Sports Illustrated

 

Μάρτυρες του θανάτου 

Γιατί όμως μας συγκινούν τόσο οι ιστορίες για serial killers; Είναι άραγε τα τρομακτικά παραμύθια των ενηλίκων; «Κάτι στον ψυχισμό μας έχει ανάγκη να λέει και να ακούει ιστορίες για τέρατα που μας κυνηγούν», έγραφε πριν από μερικά χρόνια στο περιοδικό Real Crime ο δημοσιογράφος Τζέιμς Χορ. «Το να ερχόμαστε κοντά στους εγκληματίες και στις ιστορίες τρόμου τους είναι ένας τρόπος να βιώνουμε τον θάνατο χωρίς να πέφτουμε θύματά του, να γινόμαστε μάρτυρες του θανάτου κι έτσι να νιώθουμε ότι έχουμε έναν έλεγχο πάνω του», ισχυρίζεται ο καθηγητής Μακ Κόριστιν. «Υποφέρεις τον θάνατο από μακριά, φτάνεις όσο πιο κοντά στην άβυσσο μπορείς, χωρίς να πέσεις μέσα». 

Μπορεί απλώς να μας αρέσει να φοβόμαστε – μέσα σε ασφαλές πλαίσιο. Ή αυτές οι ιστορίες δρουν σαν κάθαρση για τον χειρότερο εαυτό μας. Ίσως με έναν τρόπο επιτελούν ένα κοινωνικό έργο, επιτρέποντάς μας να απολαμβάνουμε τις βίαιες φαντασιώσεις μας, χωρίς να χρειάζεται να τις κάνουμε πράξη. «Ενδεχομένως, η έλξη που αισθανόμαστε απέναντι σε ειδεχθή εγκλήματα και στους δράστες τους να μας φέρνει αντιμέτωπους με τη σαγήνη που έχει αυτή η ενόρμηση. Μια ταύτιση, κάτι δικό μας ίσως αναγνωρίζουμε στο άτομο που προβαίνει σε πράξεις οι οποίες σοκάρουν», λέει στο «Κ» ο ψυχολόγος Δημήτρης Σταράκης. «Ο Ζακ Λακάν εύστοχα τόνιζε ότι η απαγόρευση που φέρνει ο νόμος παράγει και την ίδια την προσπάθεια ανυπακοής προς αυτόν. Υπάρχει κάτι το ερεθιστικό, κάτι το δελεαστικό στο να αψηφάμε τον κανόνα και να κοιτάμε μέσα από την κλειδαρότρυπα –ή όχι και τόσο κρυφά πλέον–, αφού σειρές, άρθρα, εικόνες που εμπλέκουν serial killers είναι διαθέσιμα σ’ εμάς με το πάτημα ενός κουμπιού. Όπως έλεγε ο Φρόιντ, η απόπειρα ρύθμισης των ανθρώπινων ορμών και τάσεων δεν αποτελεί κάτι το οποίο μπορεί και πρέπει να ολοκληρωθεί με επιτυχία. Ο άνθρωπος έχει την τάση να παρεκκλίνει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι παρεκκλίσεις του θα είναι πάντοτε καταστροφικές ή απειλητικές για τον ίδιο και τους άλλους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είμαστε καλειδοσκόπια, επομένως η σκοτεινή και όχι πλήρως εξηγήσιμη διάσταση μας ελκύει ακριβώς ως τέτοια, ως ένα φαινόμενο που χρειάζεται να εξηγηθεί, να προβλεφθεί και να ρυθμιστεί, αλλά τελικά θα μείνει ανοιχτό και απρόβλεπτο».

«Για πολλούς και διαφορετικούς λόγους, οι άνθρωποι δεν είμαστε ειλικρινείς όσον αφορά το γιατί καταναλώνουμε τέτοιου είδους προϊόντα», λέει ο Ντέιβιντ Σμιντ, καθηγητής και συγγραφέας του βιβλίου «Natural Born Celebrities: Serial Killers in American Culture». «Πιστεύω όμως ότι εν μέρει έχει να κάνει με τη γοητεία που μας ασκούν οι άνθρωποι που δεν υπακούν στους κανόνες και βάζουν πάντα τους εαυτούς τους πρώτους. Δεν είναι ότι θέλουμε να δολοφονούμε κόσμο, όμως αναρωτιόμαστε πώς θα ήταν η ζωή αν μπορούσαμε απλώς να κάνουμε ό,τι θέλουμε...» ■

 


Ο Εντ Γκέιν, ο δολοφόνος στον οποίο βασίστηκε ο χαρακτήρας του Νόρμαν Μπέιτς στο «Ψυχώ». © Bettmann/ Getty Images / Ideal Image
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ